Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Σάιλοκ



(Βασισμένο στον Έμπορο της Βενετίας του Σαίξπηρ)

Ο έμπορος Αντόνιος θέλει να βοηθήσει έναν φίλο του, για ένα ζήτημα ζωής και θανάτου για αυτόν. Του χρειάζεται ένα ποσό 3.000 δουκάτων, για 3 μήνες. Καθώς όλα τα πλοία του Αντόνιου είναι στην Ανατολή, προκειμένου να αγοράσουν εμπορεύματα, δεν έχει στην κατοχή του αυτό το ποσό. Τα πλοία του αναμένεται να έρθουν σε έναν μήνα. Ο Αντόνιος όμως είναι διατεθειμένος να κάνει τα πάντα, προκειμένου να βοηθήσει τον φίλο του, που τα θέλει άμεσα. Έτσι δεν διστάζει να ζητήσει δάνειο από τον Εβραίο τοκογλύφο Σάιλοκ. Ο Σάιλοκ είναι εχθρός και ανταγωνιστής του Αντόνιου, δεν το φανερώνει όμως και του υποκρίνεται τον φίλο. Σε αυτό το δάνειο βρίσκει την ευκαιρία που γύρευε προκειμένου να καταστρέψει τον ανταγωνιστή του.

 
Του λέει ο Σάιλοκ: «Εξοχότατε Αντόνιε, ευχαρίστως να σας εξυπηρετήσω, δανείζοντας σας 3.000 δουκάτα για τρεις μήνες. Αλλά όπως καταλαβαίνετε για τυπικούς λόγους, εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν εκπληρώσετε την υποχρέωσή σας θα ήθελα έναν όρο στο συμβόλαιο που θα υπογράψουμε.» - «Αγαπητέ μου φίλε Σάιλοκ, βάλε όποιον όρο θέλεις, θα το υπογράψω. Είμαι βέβαιος ότι τα πλοία μου θα έρθουν σύντομα, και θα σου δώσω το ποσόν. Οπότε βάλε όποιον όρο θέλεις.»
«Αφού είναι έτσι εξοχότατε Αντόνιε, σε περίπτωση που περάσουν οι τρεις μήνες θα ήθελα να σας αφαιρέσω την καρδιά σας.» Ο Αντόνιος πάγωσε προς στιγμήν από τον μακάβριο όρο. Αλλά χάρηκε που θα εξυπηρετούσε τον φίλο του και έτσι χωρίς να το σκεφτεί υπέγραψε το συμβόλαιο και πήρε τα χρήματα.

Ο φίλος του Αντόνιου σώθηκε. Αλλά στο μεταξύ ο χρόνος περνούσε και ο στόλος του Αντόνιου δεν ερχόταν. Έτσι πέρασε ο ένας, οι δύο, οι τρεις μήνες. Μάλιστα κυκλοφόρησε η φήμη ότι τα πλοία του Αντόνιου χάθηκαν στη θάλασσα σε μία θύελλα. Αμέσως αφού πέρασαν οι τρεις μήνες, ο Σάιλοκ απαίτησε να εκπληρωθεί ο μακάβριος όρος του. Ο Αντόνιος, νικημένος, θα πήγαινε στην κεντρική πλατεία της Βενετίας, όπου ο Σάιλοκ είχε ήδη ετοιμάσει ένα κοφτερό εγχειρίδιο, για να του αφαιρέσει την καρδιά.

Λίγο πριν την εκτέλεσή του, μία γυναίκα από το πλήθος, η Πόρσια, φώναξε: «Σταματήστε, αυτό που κάνετε δεν είναι νόμιμο, επικαλούμαι την υπέρτατη Δικαιοσύνη.» - «Αηδίες, έσκουξε ο Σάιλοκ, υπέγραψε το συμβόλαιο, και τώρα ήρθε η ώρα να του αφαιρέσω την καρδιά». Εφόσον όμως ζητήθηκε η υπέρτατη δικαιοσύνη να αποφασίσει, ήρθε ο Δικαστής και έλαβε θέση.

Ο Σάιλοκ του έδειξε το συμβόλαιο, του είπε για το οικονομικό δίκαιο και τους εμπορικούς κανόνες. Όλα ήταν στην εντέλεια. Πριν λάβει την τελική απόφαση ο Δικαστής, μίλησε η Πόρσια: «Κύριε Δικαστή, καταλαβαίνουμε εδώ ότι πρόκειται, με νόμιμο τρόπο, να συντελεστεί ένα έγκλημα. Τι αξίζει περισσότερο, η εκπλήρωση ενός αφελούς και ανόητου συμβολαίου, ή η ζωή ενός ανθρώπου; Και τι αξία έχει ένας νόμος και η δικαιοσύνη, που συγκαλύπτει ένα έγκλημα; Και για ποιον λόγο υπάρχει η ίδια η δικαιοσύνη εάν δεν προστατεύει τον άνθρωπο; Για να σας διευκολύνω να αποφασίσετε θα ήθελα να γίνει χρήση ενός αρχαίου και βασικού Νόμου της πόλης μας: Όποιος προσπαθεί να σκοτώσει άνθρωπο, ή του αφαιρέσει έστω και μία σταγόνα αίμα, τότε δεν έχει δικαίωμα σε περιουσία και ελευθερία. Ζητώ λοιπόν ο ανώτερος αρχαίος νόμος να επικρατήσει του κατώτερου, και ο Σάιλοκ να πάει στη φυλακή.

Βουβή έπεσε στο πλήθος που περίμενε την ετυμηγορία του Δικαστή: «Η Πόρσια έχει δίκαιο. Εφόσον ο Σάιλοκ, είχε σκοπό να αφαιρέσει μία ζωή είναι ένοχος. Οδηγείστε τον στη φυλακή. Η περιουσία του κατάσχεται. Αντόνιε, είσαι ελεύθερος, δεν χρωστάς πλέον τίποτα στον Σάιλοκ.»
Το πλήθος ξέσπασε σε αυθόρμητα χειροκροτήματα ανακούφισης, γιατί ο Σάιλοκ με τις τοκογλυφίες του ήταν ο δυνάστης για ολόκληρη την πόλη.

Ένας θαλασσινός αέρας έφερνε ήχους χαράς από το λιμάνι. Ο στόλος του Αντόνιου επέστρεφε. Πλήθος πουλιά συνόδευαν τα πλοία με τα λευκά πανιά και μία καινούργια εποχή άρχιζε για όλους τους ανθρώπους.    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου