Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Ο Πρίγκιπας του Σκότους





Το δεύτερο παιδί του Σιωπηλού Σύννεφου το πήρε ένας κακούργος που κατευθύνθηκε στη Σαγκάη, τη πιο πολυάνθρωπη πολιτεία της Κινέζικης θάλασσας. Ο κακούργος πήγε στη πιο σκοτεινή συμμορία του υποκόσμου, αυτή του Μαύρου Δράκου. Εκεί πούλησε το παιδί σε μία άσχημη μονόφθαλμη γριά. Αυτή το πήρε σε μία τρώγλη όπου ήταν και άλλα παιδιά διαφόρων ηλικιών. Τα μεγάλωνε η γριά και άλλα θα πήγαιναν για πούλημα, άλλα θα γίνονταν ζητιάνοι, άλλοι κλέφτες, άλλοι δολοφόνοι και κακούργοι. Από μικρό το παιδί είχε ένα πολύ σκοτεινό βλέμμα, που πάγωνε τα υπόλοιπα παιδιά, έτσι ονομάσανε το παιδί Πρίγκιπα του σκοταδιού.

Τα πιο χαζά παιδιά τα πουλήσανε, άλλα γίναν ζητιανάκια, τα υπόλοιπα έπρεπε να μάθουν το επόμενο στάδιο: Αυτό του κλέφτη. Με αρχηγό έναν κλέφτη της συμμορίας, τον Όρθιο Μπούφο, που είχε στην επίβλεψή του τρία παιδιά παίρνανε τους δρόμους και ξαφρίζανε τους περαστικούς στους πολυάνθρωπους δρόμους, τους πελάτες στις πολυσύχναστες αγορές. Στην αρχή επιλέγανε το θύμα τους και στη συνέχεια είχανε διακριτούς ρόλους: Άλλος θα προκαλούσε φασαρία, άλλος θα έκλεβε το θύμα, άλλος θα επέβλεπε, σε άλλον θα μεταβιβαζόταν το κλοπιμαίο. Η δουλειά πήγαινε ρολόι και ο Πρίγκιπας είχε εξελιχθεί σε άριστο κλέφτη. Επίσης είχε από μόνος του πάρει μαχαίρι και δεν έχανε ευκαιρία να το χρησιμοποιεί με το καλύτερο τρόπο.

Ο Πρίγκιπας άρχισε να βαριέται αυτή τη δουλειά: «Όλο γριές και αφελείς θα ληστεύουμε, μαζεύοντας ψιλά; Ας κάνουμε κάτι παραπάνω.» - «Όσο είμαι εγώ αρχηγός, θα κάνετε αυτό που λέω εγώ, αυτή είναι η δουλειά σου, βλάκα» είπε ο Όρθιος Μπούφος. –«Εσύ Μπούφε είσαι ένας βλάκας ψιλικατζής, άχρηστος για κάτι παραπάνω». Ο Όρθιος Μπούφος έγινε κατακόκκινος. –«Αφού εσύ δεν είσαι ψιλικατζής, τι θα πρότεινε η υψηλότητα σας;» - «Κάτι πολύ απλό. Εδώ απέναντί μας είναι ένα μεγάλο εμπορικό με υφάσματα. Τώρα το μεσημέρι θα είναι γεμάτο χρήμα. Υπάρχουν πολλοί υπάλληλοι και δύο φρουροί στο κυρίως κατάστημα. Εγώ θα πάω να ληστέψω το αφεντικό, στο εσωτερικό δωμάτιο. Εσείς καλύψτε μου την αποχώρηση αναλαμβάνοντας τους δύο φρουρούς. Εντάξει;» - «Ας το δοκιμάσουμε» είπε ο Όρθιος Μπούφος.

Ο Πρίγκιπας, με ένα νόμισμα στο χέρι, υποκρινόμενος ότι ψάχνει ένα ύφασμα προχωρούσε προς το εσωτερικό δωμάτιο, ενώ ο Όρθιος Μπούφος και τα άλλα δύο κλεφτάκια κόβαν βόλτες στο εμπορικό. Σαν σκιά ο Πρίγκιπας σε μια στιγμή μπήκε στο εσωτερικό δωμάτιο. Ο Όρθιος Μπούφος μόλις το παρατήρησε αυτό, μάζεψε τα δύο κλεφτάκια και τους είπε: «Φεύγουμε, τώρα». Τα παιδιά κοίταζαν απορημένα μια αυτόν μια προς το εσωτερικό δωμάτιο. «Είπα, φεύγουμε» και τα τράβηξε έξω. «Τώρα ας καθαρίσει μόνος του ο ηλίθιος», σκέφτηκε.

Ο πρίγκιπας του Σκότους αντίκρυσε στο εσωτερικό δωμάτιο το αφεντικό, έναν πληθωρικό άνθρωπο που καθόταν στο τραπέζι και μετρούσε ένα πλήθος από νομίσματα. «Τι γυρεύεις εδώ μέσα παλιόπαιδο…» πριν ολοκληρώσει τη φράση του το αφεντικό, με μία απίστευτη κίνηση, ο Πρίγκιπας πήδηξε στον αέρα, προσγειώθηκε πάνω στο τραπέζι, και η λεπίδα του μαχαιριού ακουμπούσε ήδη στο λαιμό του αφεντικού. – «Σκάσε χοντρέ!». Το αφεντικό πάγωσε βλέποντας το πιο μοχθηρό και αποφασισμένο βλέμμα μπρός του. Ήταν ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα για τον Πρίγκιπα, ένιωθε ότι ήταν ο πλήρης αρχηγός της κατάστασης, το μυαλό του δούλευε πάρα πολύ γρήγορα. Τα λεφτά ήταν πάρα πολλά για να τα κουβαλήσει όλα μόνος του.

«Μάζεψέ τα όλα χοντρέ. Όλα στο τσουβάλι. Κουβάλα εσύ το τσουβάλι. Σε κρατάω από το χέρι. Το μανίκι σου καλύπτει το μαχαίρι μου. Τώρα που θα βγούμε θα χαμογελάς. Αν γίνει κάτι, πρώτα θα σου κόψω τη φλέβα του χεριού και μετά το λαιμό. Πάμε.» Βγαίνοντας από το εσωτερικό δωμάτιο προχώρησαν προς την έξοδο. Το αφεντικό έντρομο χαμογελούσε. Βγήκαν στο δρόμο. Έξω, στην άκρη του δρόμου, είδε τον Όρθιο Μπούφο και τα δύο κλεφτάκια. Αμέσως κατάλαβε τη προδοσία. Πήγαν κοντά τους. Με μία απίστευτη κίνηση που θα ζήλευε γάτος, ο Πρίγκιπας αφαίρεσε το μαχαίρι του Όρθιου Μπούφου, τον έριξε στο έδαφος, χτυπώντας του το κεφάλι κάτω και του ακούμπησε το μαχαίρι στο λαιμό. «Κουβάλα εσύ τώρα το σακί βλάκα. Εσύ χοντρέ (στο αφεντικό) φύγε τρέχοντας, όχι προς το μαγαζί σου ηλίθιε, από την άλλη πήγαινε!». Σαν κύριοι, η ομάδα πήγε στον σύνδεσμο της συμμορίας.

«Δεν μπορώ άλλο να συνεργάζομαι με ηλίθιους. Δεν μπορώ να συνεχίσω σαν κλεφτάκος.» Είπε ο Πρίγκιπας δίνοντας μια κλωτσιά στον Όρθιο Μπούφο, σημάδι ότι έπρεπε να παραδώσει το τσουβάλι με τα λεφτά. Ο σύνδεσμος είδε στον Πρίγκιπα έναν φτασμένο κλέφτη και έναν αποφασισμένο δολοφόνο. Δεν μπορούσε να τον κάνει τίποτα άλλο από το να τον προωθήσει στον αρχηγό της σκοτεινής συμμορίας, τον ίδιο τον Μαύρο Δράκο. «Τι θέλεις να μάθεις; Τι θέλεις να γίνεις;» Είπε στον Πρίγκιπα ο Μαύρος Δράκος. «Θέλω να μάθω οτιδήποτε χρειάζεται να κάνω για να κυριαρχήσω σε όλους τους άλλους. Μπορώ να κάνω τα πάντα για αυτό» ήταν η απάντηση του Πρίγκιπα.

Ο Μαύρος Δράκος του απάντησε: «Μάθε λοιπόν ότι εμείς μπορούμε να κυριαρχήσουμε σε όλους τους άλλους. Περιφρόνα κάθε αδυναμία σου, δεν υπάρχει καμία ηθική, κανένας Θεός, εμείς κάνουμε τους νόμους. Όσο περισσότερο σφάζουμε, τόσο περισσότερο μας προσκυνάνε. Τρεφόμαστε από το φόβο και το τρόμο τους και γινόμαστε δυνατοί. Μαντρώνουμε τους άλλους σαν τα πρόβατα και τους πάμε στο σφαγείο, και αυτοί χαίρονται που είναι στο κοπάδι και ανεμίζουν τις σημαίες τους οι ηλίθιοι. Ελέγχουμε το χρήμα και δουλεύουν όλοι σκλάβοι για εμάς. Βάζουμε ηλίθιους να φαίνεται ότι τους κυβερνάνε, αλλά στη πραγματικότητα είναι τσιράκια μας. Θα κυβερνήσουμε μαζί τον κόσμο, θα σκοτώνουμε όποιον είναι ξύπνιος και καταλαβαίνει τα σχέδια μας, και κανείς δεν θα ξέρει ότι κυβερνάμε εμείς. Θα σε μάθω να κινείσαι σαν σκιά, να σκοτώνεις σε μία στιγμή, να απλώνεις το δίχτυ σου σαν αράχνη. Γνώριζα ότι θα έρθεις και σε περίμενα να εμφανιστείς. Όσο περισσότερο προχωράς στο σκοτάδι, τόσο καλύτερα βλέπεις, κινείσαι και εδραιώνεσαι σε αυτό.»

Ο Μαύρος Δράκος εκπλήρωσε τα λόγια του στον Πρίγκιπα και όσο περνάγανε τα χρόνια εδραίωσαν τη σκοτεινή κυριαρχία τους σε ολόκληρες πόλεις και επαρχίες της Κίνας. Ήταν αμείλικτοι, δολοφονούσαν, δωροδοκούσαν, έλεγχαν, κυριαρχούσαν. Ο Μαύρος Δράκος είπε: «Ο επόμενος μας στόχος είναι ο ίδιος ο Αυτοκράτορας. Προκειμένου όμως να γίνει υποχείριο μας, θα πρέπει να κόψουμε κάποιες αρνητικές επιρροές που έχει. Είναι ένας καλόγερος, Φωτεινό Μονοπάτι το όνομά του, που καταλαβαίνει τις πονηριές που θέλουμε να περάσουμε στους νόμους και μας τις κόβει. Αυτός ο καλόγερος πρέπει να πεθάνει. Ήδη δύο δολοφόνοι μας απέτυχαν, χάθηκαν.» - «Θα πάω εγώ να τον καθαρίσω», είπε ο Πρίγκιπας. «Αν δεν μπορέσω εγώ να τον σκοτώσω, δεν θα μπορέσει κανείς.»

Μετά από μακρύ ταξίδι ένας παράξενος επισκέπτης ήρθε να προσκυνήσει στα μοναστήρια του Θιβέτ. Φαινόταν ήσυχος, αλλά τα διαβολικά του μάτια παρατηρούσαν και κατέγραφαν τα πάντα γύρω του. Τη νύχτα, σαν σκιά βγήκε από τον ξενώνα των επισκεπτών, σκαρφάλωσε με υπεράνθρωπη ευκολία το κτήριο με τα κελιά των μοναχών και εισήλθε σε ένα κελί δίπλα από το ναό. Το Φωτεινό Μονοπάτι διαλογιζόταν καθιστός σταυροπόδι στο πάτωμα. «Εδώ είμαι, Πρίγκιπα» του είπε. Ο Πρίγκιπας σήκωσε το σπαθί του «σε λίγο τρελοκαλόγερε το κεφάλι σου θα είναι στο πάτωμα» σκέφτηκε.
            



1 σχόλιο:

  1. Πόσο ωραία,πόσο φωτεινή γίνεται η ζωή μερικές φορές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή