Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Η Επιστροφή





Ο Σεκ μπαίνοντας στη φλόγα, αισθάνθηκε ένα τσούξιμο σε όλο του το δέρμα και μετά πράγμα παράξενο,  μια ευτυχία, μία ελαφρότητα και ευφορία. «Τι είδους δοκιμασία είναι αυτή;» αναρρωτήθηκε. Κοίταξε γύρω του, βρισκόταν σε ένα αχανές σπήλαιο, μόνο που το υλικό του σπηλαίου δεν ήταν βράχος, αλλά τα πάντα διαμορφώνονταν από έναν ροζ κρύσταλλο. Φως δεν έμπαινε από κάπου, αλλά όλα ήταν φωτεινά, ο ίδιος ο ροζ κρύσταλλος εξέπεμπε ένα ζεστό, χαρούμενο φως.


-«Καλωσήρθες αγαπημένε μου!» του είπε η Μητέρα, που καθόταν σε ένα κρυστάλλινο θρόνο. Η ίδια ακτινοβολούσε χαρά και σιγουριά, στοργή και αγάπη ταυτόχρονα.

-«Μητέρα!, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω. Πόσο με κούρασε αυτή η περιπέτεια με τους ανθρώπους σου. Πόσο με κατέβαλε αυτός ο φόβος και η ένταση που έζησα. Αλλά τι είναι εδώ πέρα, και ποια πραγματικά είσαι εσύ;»  

-«Είμαι η Μητέρα της κάθε ζωής που βλέπεις, είμαι η αιτία της γέννησης, αλλά και το υπόλοιπο του θανάτου, που παίρνει μία άλλη μορφή και ξαναεκδηλώνεται. Εδώ είναι ένα μέρος όπου δέχομαι τους επισκέπτες μου, κάπου στη καρδιά αυτού του πλανήτη.»

-«Γιατί έζησα αυτό που έζησα, γιατί ήρθα εδώ που ήρθα, γιατί έφτασα ως εσένα;»

-«Γιατί η ψυχή σου θέλησε να κάνει αυτό το ταξίδι, γιατί μόνο ζώντας καταλαβαίνεις. Οι άνθρωποι μου είναι έτοιμοι να κάνουν ένα άλμα συνειδητότητας. Είναι έτοιμοι να ανακαλύψουν ξανά ότι είναι μέρος μιας ανίκητης δύναμης που ζει μέσα τους. Είναι πια καιρός να ανακαλύψουν ότι είναι αθάνατα όντα του φωτός. Είναι πια καιρός να ανασηκωθεί το πέπλο, που τους κρατάει στο σκοτάδι, στη φτώχεια, την αγωνία και το θάνατο. Χρειάζονται ωστόσο ένα παράδειγμα για να πιστέψουν. Κάποιον που ήρθε σε μένα και επέστρεψε!»

Με αυτά τα λόγια η Μητέρα μετατοπίστηκε στιγμιαία και φανέρωσε κάτι σαν μία οθόνη προβολής, σε έναν τοίχο του σπηλαίου. Εκεί φαινόταν μία ακίνητη εικόνα. Όλοι οι κάτοικοι της κοιλάδας, εικονίζονταν να κοιτάνε ακίνητοι. Τα 12 μέλη του Συμβουλίου, οι στρατιώτες, οι άνδρες, οι γυναίκες, τα παιδιά.

-«Μητέρα, τι είναι αυτό που βλέπω; Τους βλέπουμε μέσα από την ιερή φλόγα, έτσι δεν είναι; Αλλά γιατί είναι μαρμαρωμένοι, είναι μία ακίνητη εικόνα;»

-«Σεκ, όντως τους βλέπουμε, όπως είναι. Αλλά, ξέρεις, δεν υπάρχει χρόνος, υπάρχουν πιθανές εξελίξεις στη πραγματικότητα. Γιατί δεν υπάρχει πραγματικότητα επίσης, όλα είναι πιθανά σενάρια του φωτός. Ας σου δείξω μία πιθανή πραγματικότητα…»

Στην οθόνη προβολής άρχισαν να κινούνται όλα γρήγορα. Οι άνθρωποι εξαφανίστηκαν στις δουλειές τους, ο ήλιος γυρνούσε γρήγορα και τα αστέρια της νύχτας διαδέχονταν τις μέρες. Πάνω που άρχιζε να ζαλίζεται ο Σεκ από αυτή την ασυνήθιστη ροή, η εικόνα σταμάτησε τη πολύ γρήγορη κίνηση. Το σκηνικό μεταφέρθηκε στην αίθουσα συνεδριάσεων του Συμβουλίου των 12. Υπήρχαν τσακωμοί, φωνές, έριδες. Κάποιοι θέλαν να είναι αρχηγοί, κάποιοι θέλαν να έχουν εξουσία και κυριαρχία στους άλλους. Κάποιοι ήταν διαφορετικοί, συνεπώς ανώτεροι και κατώτεροι. Οι ανώτεροι θέλαν να έχουν τα περισσότερα, στους κατώτερους άξιζε να έχουν λιγότερα.

Οι φωνές της λογικής και της ειρήνης χάθηκαν, σκεπάστηκαν από το φόβο και τα φανατικά λόγια των αρχηγών. Το συμβούλιο διαλύθηκε, υπήρξε η ανάγκη ο ισχυρότερος να είναι αρχηγός. Κάθε ομάδα ήθελε να κυριαρχήσει όμως. Οι στρατιώτες μοιράστηκαν, και πολεμούσαν μεταξύ τους. Τα χωράφια ρημάξανε, τα ζώα σφαγιαστήκανε, οι μεν κάναν αντίποινα στους δε, και το δίκαιο πια δεν υπήρχε. Μια από τις τελευταίες εικόνες έδειχνε τους τελευταίους ειρηνικούς πολίτες να προσπαθούν να διαφύγουν έξω από τη κοιλάδα, και τους στρατιώτες να καίνε ότι είχε μείνει όρθιο… Μετά η οθόνη απέμεινε σκοτεινή…

-«Αυτή είναι η πιθανή πραγματικότητα, το μέλλον όπως το λέτε εσείς, Σεκ, για την ιερή μου χώρα. Οι άνθρωποι θα ξεχάσουν αυτό που ήταν, θα επιστρέψουν σε μία απολίτιστη κατάσταση, και αφετηρία για αυτό ήταν το ότι μπόρεσε μέσα τους να φωλιάσει το μίσος, και ο κάθε ένας να πάψει να χαίρεται τη συνύπαρξη του με τον άλλον, διαφορετικό συνάνθρωπό του.»

-«Δεν θα θελα να γίνει αυτό Μητέρα. Θα πολεμήσω για να μη γίνει αυτό!» και λέγοντας αυτό ο Σεκ θέλησε να ανοίξει διάπλατα τα χέρια του…

Μόνο τότε πρόσεξε ότι δεν είχε χέρια, κοίταξε τον εαυτό του και είδε ότι δεν είχε πόδια, δεν είχε σώμα, δεν είχε τίποτα το υλικό πια πάνω του, ήταν απλά ένα φως…

-«Μητέρα, τι ακριβώς μου συμβαίνει; Τι είμαι;»

-«Σεκ, τίποτα υλικό δεν μπορεί να επιζήσει εισερχόμενο στη φλόγα μου. Είσαι αυτό που οι άνθρωποι λένε νεκρός…»

-«Μα δεν είμαι νεκρός, Μητέρα, Υπάρχω! Ζω! επικοινωνώ!»

Η οθόνη προβολής ξαναφωτίστηκε, εμφανίστηκε πάλι η ακίνητη εικόνα του πλήθους που μόλις είχε καταδικάσει τον Σεκ σε θάνατο. 

-«Μα φυσικά Σεκ, δεν μπορείς να πεθάνεις, αφού δεν υπάρχει θάνατος. Είσαι έτοιμος να επιστρέψεις;»

-«Ναι, είμαι!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου