Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Το τελευταίο λιμάνι




Ήταν ένα συνηθισμένο, αργόσχολο καλοκαίρι εκείνο που αποφασίσαμε να περάσουμε στο νησί. Ανάμεσα στους χαρακτηριστικούς ανθρώπους μου κίνησε τη προσοχή ένας γέρος, που καθόταν μόνος του σε ένα φτωχικό καφενεδάκι και ατένιζε το πέλαγο. Πέρναγα τακτικά από μπροστά του, και ένιωθα το παράξενο συναίσθημα ότι αυτός ο άνθρωπος είχε μία σοφία μέσα του, ότι ήταν ξεχωριστός από το μεγάλο κοπάδι των γκρίζων ανθρώπων.

Ένα μεσημεράκι, που έτυχε να έχω μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, σταμάτησα και του μίλησα. Με τις πρώτες τυπικές κουβέντες για το καιρό και τη περιοχή είχα να κάνω με τα καλοσυνάτα, στο χρώμα του ουρανού μάτια του, και τη παιδιάστικη ψυχή του. Κυρ-Βαγγέλης το όνομά του, περιποιημένο μουστακάκι, γαλάζιο πουκάμισο, ναυτικό κασκέτο και κομπολόγι από κεχριμπάρι. Μια ζωή ναυτικός, φουρτούνες, στερήσεις, βάσανα. Μα μέσα του μπουνάτσα, κανένα παράπονο, μια γλυκιά αρμονία, μια ήσυχη αξιοπρεπής ευτυχία και πληρότητα. Μα πως τα κατάφερνε;


«Πατέρα! Έλα να φάμε! Άντε πάλι ξεχάστηκες, θα παίρνω τους δρόμους να σε φωνάζω; Αμάν πια!» τον μάλωσε μια πληθωρική κυρία, η κόρη του. Ο κυρ-Βαγγέλης με αποχαιρέτησε με ένα χαμόγελο, καθώς υποταγμένα πήγαινε στη κόρη του . Αυτή με έκανε να νιώσω άβολα ρίχνοντας μου, σε εμένα το ξένο, ένα βλέμμα ιεράς εξέτασης. Έφυγα από την άλλη πλευρά του δρόμου με την απορία πως γίνεται κάποιος άνδρας να είναι σοφός και υποταγμένος μαζί, άλλοτε στη μάνα, κατόπιν στη γυναίκα και τέλος στη κόρη.


Την άλλη μέρα, θέλοντας να ανακαλύψω το μυστικό του της ηρεμίας, τον ξαναβρήκα. Μετά τις τυπικές κουβέντες, απομείναμε για λίγο σιωπηλοί. Φαινόταν να απολαμβάνει τη κάθε του ανάσα κοιτάζοντας την αγαπημένη του θάλασσα. «Τι κοιτάς ακριβώς στο πέλαγο κυρ-Βαγγέλη και σου δίνει τόση χαρά;» -«Δεν κοιτάζω το πέλαγο φίλε μου. Κοιτάζω μέσα μου, ή μάλλον καλύτερα, νιώθω μέσα μου μια ήσυχη θάλασσα να με δροσίζει, ένα κυματάκι να με συνεπαίρνει, και μία αύρα να μου ψιθυρίζει μυστικά…»


«Έδωσα πολλές μάχες στη ζωή μου, επέβαλα στον εαυτό μου και στους κοντινούς μου ανθρώπους το τρόπο που θα ζούνε. Τώρα πια όμως βλέπω ότι το καλύτερο στη ζωή είναι να παραδίνεσαι σε αυτή. Η γυναίκα μοιάζει με τη θάλασσα, άλλοτε φουρτούνα και άλλοτε γαλήνη. Είναι λάθος να προσπαθώ πια να τη δαμάσω, όταν είναι φουρτουνιασμένη. Έρχεται ώρα σε λίγο που γαληνεύει και ζητάει τότε αυτή από μένα να τη σαλαγίσω και να χαράξω πορεία. Αν δεν γαληνεύει καθόλου, τότε είναι θέμα χρόνου να χωρίσουν οι δρόμοι μας, και να βγω στη στεριά.»  


«Έκανα πολλά ταξίδια, γύρισα τα πέρατα του κόσμου και αυτό που μου άρεσε πάντα ήταν, όταν το καράβι έδενε στο ντόκο, να παρατηρώ μιλιούνια ανθρώπων, φορτηγών, μηχανημάτων να βγάζουν ή να βάζουν στα σωθικά του πλοίου φορτία: Σιτηρά, μινεράλια, ξυλεία, φωσφάτο, πετρέλαια, κοντέινερ. Με λαχτάρα περίμενα να δω το επόμενο λιμάνι που έσπαγε τη μονότονη ζωή μου. Κυνήγησα κάθε ηδονή στα κορίτσια των λιμανιών, μέχρι που κουράστηκα. Αλλά αυτό, να βλέπω τη φορτοεκφόρτωση, δεν με κούρασε ποτέ…»


«Έτσι εδώ, στο τελευταίο μου λιμάνι, ξέρω ότι το ταξίδι μου τελειώνει και παρατηρώ το ντόκο μέσα μου, βλέπω σκιές γνώριμες και άγνωρες, τώρα δα βλέπω μία θαλασσινή σπηλιά με γαλάζια νερά που τρεμοπαίζουν, και εγώ χωρίς να κάνω ένα βήμα, νιώθω το νερό να με ανανεώνει. Βλέπω πράγματα που χρωστούσα και που μου χρωστούσανε να σβήνονται, να χάνονται και εγώ να ευχαριστιέμαι για αυτό. Βλέπω θαλασσινές γυναίκες πανωραίες με υπέροχα γυμνά στήθη, λυτά μαλλιά και γαλαζοπράσινες ουρές να μου γνέφουνε και να μου γελούνε. Βλέπω και ένα φως να καθρεφτίζεται στο νερό, ήλιος νάναι ή φεγγάρι…»


«Και εγώ, όταν παρατηρώ αυτό τον συρφετό,  πια δεν ξέρω ποιος είμαι, δε ξέρω τι μορφή έχω στα οράματα μου, είμαι η θάλασσα, ο βράχος, το φεγγάρι; Δε ξέρω, αλλά δε με ενδιαφέρει κιόλας, μου αρέσει αυτό το λιμάνι. Δε μου λείπει τίποτα, δε ζητάω κάτι να αλλάξω όταν δε ξέρω ποιος είμαι. Ή μάλλον ξέρω ποιος είμαι. Είμαι το άγνωστο, και δεν φοβάμαι πια…»   


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου