Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Το μαύρο μαργαριτάρι - 1 -





Ο Κέι – Γιο ήταν από τους πιο μισητούς ανθρώπους της πόλης. Συμφεροντολόγος και σπαγκοραμμένος μέχρι που δεν πάει άλλο, ήταν αδύνατον να έχεις μία τίμια συναλλαγή μαζί του, πάντα αυτός θα ήταν ο κερδισμένος, πάντα απαιτούσε τα πάντα από τους άλλους, με αντάλλαγμα αυτός να δώσει ψίχουλα και γκρίνιαζε τόσο, για να επιβάλλει τους όρους του, που μία φωνή σου έλεγε με κεφαλαία γράμματα: «ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ!»

Είχε ένα μεγάλο εμπορικό κατάστημα με υφάσματα, κάθε λογής υφάσματα, που κληρονόμησε από τον καλό πατέρα του. Ο πατέρας του ήταν καλόκαρδος και ανοιχτοχέρης, τολμηρός έμπορος που είχε ταξιδέψει στα πέρατα της γης και είχε δημιουργήσει μία περιουσία, ιδρύοντας το μεγάλο κατάστημα υφασμάτων. Αυτός είχε εδραιώσει όλες τις εμπορικές συμφωνίες, είχε βρει προμηθευτές που του φέρναν, μόνο σε αυτόν, πολύτιμα και σπάνια υφάσματα. Είχε ανοίξει επίσης εμπορικούς δρόμους σε αγορές, όπου αυτά τα υφάσματα, μπορούσες να τα πουλήσεις πολύ ακριβά.

Ο πατέρας του ήταν ένας άνθρωπος, που σεβόταν ωστόσο όλους τους ανθρώπους, είχε ολόκληρη πτέρυγα για να σιτίζονται και να διανυκτερεύουν οι φτωχοί, ήταν πάντα πρόσχαρος, με τον καλό λόγο στα χείλη για τον καθένα και δεν ξεχώριζε πλούσιους με φτωχούς. Αντίθετα ο Κέι – Γιο χρησιμοποιούσε το χαμόγελό του, μόνο όταν ήταν να ζητήσει κάτι, και συνήθως μία παγωμάρα, λες νεκρού προσώπου, ήταν το συνηθισμένο βλέμμα του. Οι εργαζόμενοί του υπέφεραν, από τις κρίσεις του, την σχολαστικότητα που τους έλεγχε, τις νευρικές φωνές του, και τις παράλογες απαιτήσεις του. Τους εκμεταλλευόταν όσο δεν πάει άλλο και τους έστυβε σαν το λεμόνι.

Εκείνη τη μέρα, ένας παράξενος άνθρωπος μπήκε στο εμπορικό. Ήταν ο Δάσκαλος Σου – Τζέι, μεγάλης ηλικίας, με άσπρη γενειάδα, και τριμμένα, μα καθαρά ρούχα. Οι υπάλληλοι πήγαν να τον εξυπηρετήσουν, μα αυτός τους είπε ότι ήθελε προσωπικά το αφεντικό του καταστήματος, τον Κέι – Γιο. Οδηγήθηκε λοιπόν μπροστά του. Ο Κέι – Γιο, καθισμένος στο πολυτελές γραφείο του, ούτε καν σηκώθηκε. Μουρμούρισε μία καλημέρα, μα το παγωμένο βλέμμα του με τα ανέκφραστα γκρίζα μάτια του, έλεγε στη πραγματικότητα: «ΠΩΣ ΤΟΛΜΑΣ ΝΑ ΜΕ ΕΝΟΧΛΕΙΣ (αφού δεν έχω κάτι να κερδίσω από σένα)»

Τους ήξερε ο Κέι – Γιο, αυτούς τους ανθρώπους που ερχόντουσαν μπροστά του, ήταν συνήθως πνευματικοί άνθρωποι, ελεήμονες, που γνωρίζοντας την περιουσία του, του ζητούσαν μία αγαθοεργία: Άλλοτε για τα ορφανά, άλλοτε για την επέκταση ενός ναού, άλλοτε για τους φτωχούς ή τους άστεγους. Τον εκνεύριζαν όσο τίποτα άλλο αυτοί οι πνευματικοί άνθρωποι.

Τους θεωρούσε ακαμάτηδες και ζητιάνους πολυτελείας. Τον προηγούμενο που του ζήτησε μία βοήθεια για τις χήρες, τον σκυλόβρισε χυδαία: «Να πας να κάνεις ένα μπουρδέλο με τις χήρες σου, να δουλέψεις εσύ και αυτές και να πάψετε να ζητάτε βοήθεια. Έξω από δω, ήρθες να μου ζητήσεις τα λεφτά μου, άθλιε!!» Κάπως έτσι ετοιμαζόταν να απαντήσει, σκεφτόταν με αυταρέσκεια να πάρει έναν σκύλο, για να δαγκώνει όλους αυτούς τους επαίτες, αλλά αμέσως το μετάνιωσε με τη τσιγγουνιά του: «Α, όχι, ο σκύλος θα θέλει και να τρώει…»

Ο Δάσκαλος αμίλητος, έβγαλε ένα παλιό κιτρινισμένο γράμμα από τη τσέπη του και του το έδωσε. Ο Κέι – Γιο ήταν έτοιμος να πετάξει κάτω αυτό το γράμμα, υποθέτοντας ότι θα είναι αίτημα χρηματικής βοηθείας, όταν,… βλέποντας τον παλιό γραφικό χαρακτήρα στο φάκελο, κιτρίνισε ο ίδιος, περισσότερο από το γράμμα. Ήταν με τον γραφικό χαρακτήρα του πατέρα του: «Προς τον γιο μου, τον Κέι – Γιο».

Φιλύποπτα κοίταξε τον Δάσκαλο στα μάτια. Αυτός με ένα μόνιμο χαμόγελο στο βλέμμα του είπε: Διάβασέ το Κέι – Γιο, είναι για σένα προσωπικά, μόνο για σένα…                     

«Αγαπημένε μου γιε,
Με μεγάλη χαρά περίμενα τη γέννησή σου, προσπάθησα να σου δώσω ότι καλύτερο είχα, σου έδωσα τους καλύτερους δασκάλους, δεν σου έλειψε ποτέ το φαγητό, τα ρούχα, τα παιχνίδια. Σε προφύλαξα όσο μπορούσα από τις κακουχίες και τις στερήσεις της ζωής που πέρασα εγώ, σου παρείχα κάθε ασφάλεια, ώστε να μην κινδυνέψεις ανά πάσα στιγμή να θαλασσοπνιγείς ή να σου κουρσέψουν το καράβι οι μαύροι πειρατές.

Με λύπη μου ωστόσο βλέπω να γίνεσαι σκληρόκαρδος άνθρωπος, που προτιμάς να αποθησαυρίζεις το χρήμα, αντί να βοηθάς τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη. Δεν ξέρω που θα σε βγάλει αυτός ο δρόμος. Ίσως να φταίω και εγώ σε αυτό, που πάντα ήμουν τόσο απασχολημένος και δεν ασχολήθηκα προσωπικά μαζί σου.

Έχω λοιπόν να σου δώσω πια, ότι πολυτιμότερο έχω: Το μαύρο μαργαριτάρι της Κίνας, το μεγαλύτερο του κόσμου, που θα ήθελα να το κερδίσεις ωστόσο. Για αυτό το σκοπό, ζήτησα από τον φίλο μου, τον Δάσκαλο Σου – Τζέι, να σου δώσει αυτό το γράμμα, 10 χρόνια ακριβώς από τη μέρα που θα πεθάνω. Αυτός θα σε οδηγήσει στο να αποκτήσεις το πολύτιμο μαύρο μαργαριτάρι. Άκουσέ τον…»

Ναι, σκέφτηκε ο Κέι – Γιο, σαν σήμερα πριν 10 χρόνια ήταν που πέθανε ο πατέρας του…       



(Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου