Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Το μαύρο μαργαριτάρι - 3 -




(συνέχεια από το προηγούμενο)

Το κουρσάρικο καράβι λες και ήταν ένα με τον άνεμο, τους πλησίαζε ολοένα. Το πειρατικό τσούρμο, με επιδεξιότητα περισσή, άλλος στα πανιά, άλλος στα άλμπουρα, άλλος στα κανόνια εκτελούσαν λες μία χιλιοκαμωμένη χορογραφία, και όταν βρέθηκαν πια σε απόσταση βολής, όλα μαζί τα κουρσάρικα κανόνια, κάνανε το καθιερωμένο, πειρατικό χαιρετισμό.

Μια ομοβροντία δηλαδή που στόχο δεν είχε να χτυπήσει το πλοίο του Κέι – Γιο αλλά επίτηδες όλες οι βολές σφυρίξαν πάνω από το καράβι, και πέσαν στη θάλασσα. Ήταν η αρχαία πρόκληση των πειρατών: «Η παραδίνεστε αμαχητί, ή σας κουρσεύουμε με μάχη!»

Ο Κέι – Γιο ανάστατος, φώναζε στους ναύτες: «Στα όπλα! Βαράτε τους με τα κανόνια, πάρτε τα μουσκέτα και τα σπαθιά, δώστε μάχη!» Οι ναύτες ωστόσο κάθονταν αμέτοχοι, αγνοώντας τις φωνάρες του πελάτη. Αυτοί είχαν τον καπετάνιο τους, αυτόν θα άκουγαν,  από αυτόν περίμεναν να αποφασίσει το τι διαταγές θα τους δώσει.

Ο Δάσκαλος Σου – Τζέι ατάραχος, κοιτούσε το κουρσάρικο πλοίο να πλησιάζει, με απάθεια λες και έβλεπε το ηλιοβασίλεμα να ΄ρχεται, ή λες και πλησιάζανε σε ακτή και χάζευε τα θαλασσοπούλια που έρχονταν να ρίχνουν τις βουτιές τους στα απόνερα του πλοίου ή να ζητιανέψουν λίγη γαλέτα.

-«Τι λέτε να κάνουμε καπετάνιε, με τους φίλους που μας πλησιάζουνε;»

-«Να παραδοθούμε φυσικά, Δάσκαλε. Έχουν δεκαπλάσια δύναμη από εμάς, αυτοί είναι ψημένοι στο πόλεμο και βουτηγμένοι στο αίμα πειρατές, εμείς, οι περισσότεροι, ήρθαμε σε αυτό το ταξίδι, γιατί δεν είχαμε να πληρώνουμε το ποτό στη ταβέρνα του λιμανιού. Πώς να κάνουμε μάχη; Ίσως να σκοτώναμε κανέναν πειρατή, πράγμα που θα τους εξαγρίωνε ακόμα παραπάνω. Να νικήσουμε ή να ξεφύγουμε δεν υπάρχει περίπτωση.»

-«Συμφωνώ καπετάνιε. Είναι ότι καλύτερο μπορούμε να κάνουμε.» Είπε με τον γλυκό του τρόπο o Σου-Τζέι.

Έξαλλος τότε ο Κέι – Γιο, έπιασε από το γιακά τον καπετάνιο: «Μα κανένας δεν ρωτάει εμένα που εγώ πληρώνω; Εγώ ναύλωσα το πλοίο, εγώ το εξόπλισα. Με ποιο δικαίωμα αποφασίζετε χωρίς εμένα; Θα πολεμήσουμε φυσικά, τι σας πληρώνω; Τι πήρα τόσα όπλα; Θα πολεμήσετε μέχρις ενός. Εμπρός ορμάτε!»

Ο καπετάνιος επιτακτικά, πέταξε κάτω τον Κέι – Γιο. «Πιάστε τον, δέστε τον και φιμώστε αυτόν τον βλάκα» είπε σε δύο ναύτες, που με περισσή χαρά αυτοί, εκτελέσανε τη διαταγή.
«Κύριε Κέι – Γιο, μας ναυλώσατε για ένα ταξίδι αναψυχής και όχι για πόλεμο και σίγουρο χαμό. Εξάλλου, ρωτάτε εάν αξίζει κάποιος για εσάς να χάσει τη ζωή του; Όχι κύριε. Ούτε εγώ, ούτε κανένας ναύτης, ούτε καν ο γάτος του πλοίου δεν αξίζει να χαθεί για εσάς.»
Στη συνέχεια ανέμισε ένα μεγάλο άσπρο πανί, σημάδι ότι παραδίνονται.

Οι κουρσάροι πλησίαζαν. Με γάντζους και σχοινιά διπλάρωσαν το πλοίο και επιδέξια πηδώντας ήταν σε λίγο επάνω του, μη βρίσκοντας τη παραμικρή αντίσταση.

«Αφήστε με καπετάνιε, να μιλήσω στους κουρσάρους, μήπως σωθεί η ζωή μας και το καράβι…» είπε σιγανά ο Δάσκαλος Σου-Τζέι. Ο καπετάνιος του έγνεψε καταφατικά.

Σε λίγο, όλοι οι αιχμάλωτοι, αφοπλισμένοι, ήταν παραταγμένοι σε μία σειρά στο κατάστρωμα. Ο κουρσάρος καπετάνιος εμφανίστηκε τότε, ένας ψηλός, μυώδης, με άγρια γένια και μαλλιά, γεμάτος από όπλα και αλυσίδες πάνω του, χρυσές και ασημένιες.

Τότε με μία απίστευτη θεατρικότητα και σπιρτάδα για την ηλικία του, ο Σου – Τζέι έπεσε γονατίζοντας μπροστά του και με μία φωνή όλο κολακεία και σεβασμό του είπε: «Εξοχότατε Κουρσάρε Λου – Ζι- Σταν (είχε φροντίσει ήδη να μάθει το όνομά του ρωτώντας τους πειρατές) που η φήμη του ονόματός σας ταξιδεύει πριν από εσάς σε ολάκερη τη κίτρινη θάλασσα, που τα κατορθώματά σας ήδη έχουν γίνει τραγούδι σε κάθε λιμάνι, που η χαρά μου είναι απέραντη που με αξίωσε ο Θεός να δω στη ζωή μου έναν θρύλο όπως εσείς….

Με σύνεση και τρόμο μπροστά σας δεν τολμήσαμε να σας αντισταθούμε, λυπηθείτε μας και αφήστε μας να ζήσουμε, να επιστρέψουμε στις φτωχές μας οικογένειες με το πλοίο μας, ώστε τα κατορθώματά σας να διηγούμαστε, μαζί και το πόσο σπλαχνικός είστε σε αυτούς που παραδίνονται και πέφτουν  στα πόδια σας. Αφήστε να προσφέρουμε σε εσάς και στο αξιόμαχο τσούρμο σας έναν αντάξιο θησαυρό.

Ο κουρσάρος, γοητευμένος από αυτά τα λόγια, γιατί ακόμα και τα άγρια θεριά ημερεύουν στα κολακευτικά λόγια, ρώτησε αμέσως: «Και γιατί να σας λυπηθώ, και να μην σας περάσω όλους από μαχαίρι; Και….. για τι θησαυρό μιλάτε;»  

(Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου