Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Το μαύρο μαργαριτάρι - 4 -




(συνέχεια από το προηγούμενο)

«Εξοχότατε Κουρσάρε,» είπε ο Δάσκαλος Σου – Τζέι, «έχουμε μαζί μας έναν θησαυρό, αν και το πλήρωμα είναι φτωχοί εργάτες του λιμανιού, που έχουν μόνο πενταροδεκάρες μαζί τους. Το αμπάρι θα δείτε ότι είναι άδειο για να μαζέψετε λάφυρα, ωστόσο έχουμε κάτι μαζί μας που αξίζει πολύ περισσότερο από ολάκερο το καράβι. Μαζί μας έχουμε τον πλούσιο έμπορο Κέι – Γιο. Ψάξτε στη καμπίνα τη καλή, και κάτω από το στρώμα της κουκέτας θα βρείτε πολλά χρυσά, αλλά αυτό δεν είναι τίποτα. Για αυτόν τον έμπορο μπορείτε να ζητήσετε πλούσια λύτρα, 1.000.000 γουάν, αφήστε μόνο να γράψω εγώ το σχετικό γράμμα, και το πλοίο σαν άνεμος θα πάει να σας φέρει αυτή την περιουσία.»

Ο Κέι – Γιο έξαλλος και κατακόκκινος από οργή ούρλιαξε μέσα από το μαντίλι που του έδενε το στόμα «Προδότη !». Ο κουρσάρος του έδωσε δύο χαστούκια τόσο δυνατά που αίμα έσταξε από τα δαχτυλίδια του, ενώ ο Κέι – Γιο έπεσε κάτω μισολιπόθυμος.

Πράγματι, ψάχνοντας κάτω από το στρώμα βρήκαν ένα τσουβαλάκι με χρυσά νομίσματα, μία μπάζα πολύ καλή ήδη για τον κουρσάρο, αυτός χαρούμενος, συμφώνησε να αφήσει το πλήρωμα και το πλοίο ελεύθερο για να φέρει τα λύτρα. Κράτησε ωστόσο τα κανόνια και όλα τα όπλα που βρήκε στο πλοίο, χωρίς να πειράξει άνθρωπο.

Ο Σου – Τζέι έγραψε ένα γράμμα όπου δίνονταν οδηγίες να πουληθεί όλη η περιουσία του Κέι – Γιο, για να μαζευτούν τα πλούσια λύτρα. Θα έπρεπε ωστόσο να το υπογράψει ο Κέι – Γιο. Αυτός αγέρωχος, δεν πήρε τη πένα που του προσφέρανε. «Όχι δεν το υπογράφω, προτιμώ να πεθάνω!»

Ο κουρσάρος χαμογελώντας έκανε ένα νεύμα σε έναν γεροδεμένο μουστακαλή πειρατή. Αυτός με ευχαρίστηση, άρχισε να δέρνει με κλωτσιές και μπουνιές τον Κέι – Γιο, αργά, βασανιστικά. Μετά από δυο τρία χτυπήματα ο Κέι – Γιο έσπασε και φώναζε: «Να υπογράψω, φέρτε το χαρτί να υπογράψω!» Ο μουστακαλής ωστόσο δεχόταν εντολές μόνο από τον κουρσάρο που δεν είχε σκοπό να διακόψει το θέαμα. Ο Κέι – Γιο είχε πέσει και έκλαιγε με αναφιλητά, ο πειρατής όμως συνέχιζε το ξύλο. Ο Κέι – Γιο γεμάτος στα αίματα παρακαλούσε πια για τη ζωή του: «Φτάνει, μη με σκοτώσετε, θα υπογράψω, πάρτε τα όλα, αφήστε με μόνο να ζήσω.»

Με ένα νεύμα του κουρσάρου, του φέραν τότε το χαρτί. Ο Κέι – Γιο το υπέγραψε, και γέμισε άθελα του και αίμα το χαρτί. «Έτσι είναι καλύτερα», γέλασε ο κουρσάρος. «Και φροντίστε να φέρετε γρήγορα τα λεφτά, γιατί όσο θα τον έχουμε στο νησί των σκελετών θα τον έχουμε σκλάβο, να κάνει όλες τις βαριές δουλειές. Αν πεθάνει δεν με νοιάζει, θα πάρω τα λύτρα και πεθαμένος να είναι, εξάλλου για αυτό λέγεται έτσι το νησί. Από τους σκελετούς των αιχμαλώτων που είναι γεμάτο.»

- «Εξοχότατε κουρσάρε. Σας παρακαλώ αφήστε με να έρθω μαζί σας. Έχω υποσχεθεί στον πατέρα του να τον προσέχω, και … θα κάνω εγώ τις δουλειές που του αναλογούν», είπε ο Σου – Τζέι.

- «Σίγουρα γέρο; Αξίζει να θυσιαστείς για αυτόν τον βλάκα, τον ανάξιο;»

-«Ναι εξοχότατε κουρσάρε, αντέχω εγώ. Εγώ θα κάνω τη δουλειά του για να μπορέσει να αναρρώσει. Η υπόσχεση που έδωσα είναι πέρα από το θάνατο.»

-«Ας γίνει έτσι γέρο. Νόμιζα ότι ήσουν πιο έξυπνος.»

Σε λίγο, δεμένοι με αλυσίδες στο αμπάρι του πειρατικού πλοίου, ακολουθούσαν την άγνωστη μοίρα τους. Ο Κέι – Γιο βογκώντας ακόμα, κράταγε ακόμα κακία στον Σου – Τζέι για αυτή του τη κατάσταση: «Με δείρανε, με ληστέψανε, και δεν ξέρω αν θα γυρίσω ζωντανός. Εσύ φταις! Και με ποιο δικαίωμα με παρακολουθούσες και ήξερες που έχω τα χρυσά μου;»

-«Κέι – Γιο» είπε με τη γλυκύτητά του ο Δάσκαλος, σε προειδοποίησα για τους κινδύνους, εσύ θέλησες να προχωρήσεις. Όλα βαίνουν όπως θέλαμε. Φτάνουμε με σιγουριά πια στο νησί των σκελετών, όπου υπάρχει το μαύρο μαργαριτάρι, και μάλιστα καταφέραμε να γλυτώσουν τη ζωή τους όλοι οι αθώοι ναύτες. Η υπερηφάνεια σου πήρε ένα μάθημα ζωής, μια και καταλαβαίνεις πολλά πράγματα σαν αφέντης, αλλά ακόμα περισσότερα σαν σκλάβος. Και πως λες ότι εγώ σε παρακολουθούσα στη καμπίνα σου; Εσύ δεν ήσουν που με έδιωξες στο αμπάρι;»

- «Μα τότε πως ήξερες πως έχω τα χρυσά, και που τα έχω, αν δεν με παρακολουθούσες και πως είσαι τόσο αισιόδοξος; Εγώ βλέπω μπροστά μου μόνο το χαμό.»

- «Κέι – Γιο, με έστειλες να μείνω στο αμπάρι, εγώ πάντα ακολουθώ τη μοίρα μου, πέρα από αυτό που φαίνεται σαν το καλό ή το κακό. Δεν κάνω εχθρούς, σέβομαι κάθε άνθρωπο και κάθε ζώο, τόσο που να καταλαβαίνω τη γλώσσα τους. Τα ποντίκια του πλοίου μου φανερώσαν το μυστικό σου για τα χρυσά, γιατί όταν πας κάνοντας το καλό, οτιδήποτε συμβαίνει, είναι για καλό.»


(Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου