Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Το μαύρο μαργαριτάρι - 5 -




(συνέχεια από το προηγούμενο)
Το νησί των σκελετών ήταν το πειρατικό κρησφύγετο. Κανονική πρωτεύουσα των κουρσάρων, ολόκληρη πολιτεία, που τα καπηλειά ήταν περισσότερα από τα σπίτια. Σκλάβοι και αιχμάλωτοι κάνανε όλες τις δουλειές. Τα τσούρμα τα πειρατικά έρχονταν και έφευγαν, έρχονταν για να πιουν και να ξεκουραστούν, φορτωμένα θησαυρούς και σκλάβους και ξανάφευγαν για να σκορπίσουν το θάνατο, με μία τάξη, μία ιεροτελεστία που δίνει κάθε οργανωμένο ταξίδι.

Στους δύο αιχμάλωτους δώσανε αμέσως δουλειά, να δουλεύουνε σε ένα καπηλειό, να καθαρίζουνε τους εμετούς και τα αίματα, γιατί οι πειρατές δεν σταματάγανε το πιοτό, και ήτανε συνηθισμένοι οι καυγάδες τους, δεν το ‘χαν σε τίποτα να βγάλουν μαχαίρι. Αγνόησαν τις διαμαρτυρίες του Κέι -  Γιο ότι ήταν άρρωστος. Το μόνο που του βάλανε ήταν μια μπλε κορδέλα στο μέτωπό του, που σήμαινε ότι έπρεπε να αποφεύγανε να τον σκοτώσουν, είχε αξία σαν εμπόρευμα η ζωή του, βλέπεις περιμένανε λύτρα από αυτόν. Αντίθετα η ζωή του δάσκαλου Σου – Τζέι δεν είχε καμία απολύτως αξία.

Ο κάπελας, που ήταν ένας αποτραβηγμένος πειρατής, τους φερόταν με κάθε σκληρότητα, δεν τους άφηνε να κοιμηθούνε, τους έβριζε, τους χτυπούσε. Τους φερόταν εντελώς απάνθρωπα και σκληρά. Ο δάσκαλος τα υπέμενε όλα αυτά με καρτερία και μάλιστα δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία να αστειεύεται με τη ζωή τους. Ο Κέι – Γιο, αντίθετα παραπονιόταν και μονολογούσε ότι δεν αντέχει άλλο αυτή τη ζωή, και ότι δεν του άξιζε αυτό που βίωνε. Έβριζε το Θεό για αυτό, λέγοντας Του ότι είναι άδικος.

Ο Σου – Τζέι εντυπωσιαζόταν από το πόσο άδικος μπορεί να είναι ένας άνθρωπος. Ο Κέι – Γιο ήταν προφανές ότι πλήρωνε όλη τη προηγούμενη άδικη ζωή του, και το πόσο απότομα φερόταν στους ανθρώπους. Εντούτοις ο ίδιος ο ίδιος ο Κέι – Γιο, δεν φαινόταν να το καταλαβαίνει αυτό. Για τον ίδιο ήταν φυσιολογικό οι άλλοι άνθρωποι να είναι κατώτεροι του, και να μην κρίνεται αυτός και οι άλλοι με το ίδιο μέτρο.

Ένα ξημέρωμα, είχε απομείνει, μία παρέα με μεθυσμένους πειρατές. Το μεθύσι τους, είχε μετατραπεί τώρα πια σε ένα βίαιο ξέσπασμα, και έσπαζαν ποτήρια και χαχάνιζαν. Ο κάπελας που ήθελε να τους ξεφορτωθεί, είπε στον Κέι – Γιο, που τον αντιπαθούσε περισσότερο, να πάει και να μαζέψει τα σπασμένα ποτήρια. Αυτός, κατά λάθος, ακούμπησε έναν μεθυσμένο πειρατή, ο οποίος νόμισε ότι τον έσπρωξε. Ο μεθυσμένος έβγαλε σε μία στιγμή μαχαίρι.

Οι άλλοι πειρατές χαχανίζοντας, βρήκαν μία ευκαιρία να διασκεδάσουν: «Μονομαχία! Μονομαχία!» φώναξαν. Έδωσαν ένα μαχαίρι στον Κέι – Γιο, και αυτός τρομαγμένος τραβήχτηκε στον τοίχο. Ο μεθυσμένος πειρατής κραδαίνοντας το μαχαίρι του και αλλάζοντας το, από το ένα χέρι του στο άλλο, πλησίαζε απειλητικός. Ο Κέι – Γιο σε κλάσματα του δευτερολέπτου, και με τη φοβερή συγκέντρωση που δίνει η αδρεναλίνη σε αυτές τις στιγμές, αξιολόγησε τη κατάσταση: Ήταν χαμένος. Σε λίγο ο πειρατής θα τον καθάριζε, ακόμα και αν είχε εμπειρία σε τέτοια μάχη και σκότωνε αυτός τον πειρατή, η παρέα του, θα τον εκτελούσαν αμέσως!

Ένα παράξενο συναίσθημα, ακαριαίο λες, του εντυπώθηκε στο μυαλό του: «Κρίμα, έτσι όπως έζησες αυτή τη ζωή σου, κρίμα.» Παραξενεύτηκε, μα ποιος μπορούσε και του μιλούσε μέσα του, και ένα συναίσθημα περισσότερο ντροπής περισσότερο, παρά τρόμου τον διακάτεχε. Την ώρα που προσπαθούσε να αποφύγει την επίθεση του πειρατή, άρχισαν να έρχονται εικόνες στο μυαλό του, τότε που απαιτούσε παιχνίδια, που ήθελε δικά του όλα τα χάδια, που ήθελε τη προσοχή των γύρω του, που απαιτούσε πράγματα από τους υπηρέτες, που μιλούσε εγωιστικά στους συμμαθητές του, που ήθελε τη καλύτερη μερίδα φαγητό, που πάντα απαιτούσε από τους άλλους, που φερόταν τυραννικά στους υπαλλήλους του….

Τον συγκλόνιζαν αυτές οι εικόνες, μα το πιο παράξενο πράγμα ήταν το ότι τις έβλεπε αυτές τις εικόνες σαν παρατηρητής πια, σαν ένας αντικειμενικός παρατηρητής. Ναι, τώρα πια καταλάβαινε πόσο απαίσια φερόταν στους άλλους ανθρώπους, τώρα πια καταλάβαινε πολύ καλά γιατί όλοι τον αποφεύγαν και αλλοίμονο, κανένας μα κανένας δεν τον αγαπούσε…  Ένιωθε κοντά του τις κρύες φτερούγες του θανάτου να πλησιάζουν…..

Τότε, ξαφνικά, με μία απαράμιλλη δύναμη, μπήκε ανάμεσα ο Σου – Τζέι.

- «Εξοχότατε πειρατή, αφήστε εμένα να αγωνιστώ για λογαριασμό του αιχμαλώτου, που με τόσο άγαρμπο τρόπο σας ακούμπησε!»

- «Πάρε δρόμο από δω γέρο, δεν είναι δουλειά σου να ανακατεύεσαι.»

- «Εξοχότατε πειρατή, ο αιχμάλωτος που θέλετε να χτυπήσετε έχει μπλε κορδέλα, καταλαβαίνετε, μπορεί να θυμώσει με σας ο καπετάνιος…. Και εξάλλου, σας προκαλώ σε μονομαχία! Πρέπει να αγωνιστείτε!»

Με χάχανα οι άλλοι πειρατές πήραν το μαχαίρι από τον Κέι – Γιο, του έδωσαν μια κλωτσιά, και το έδωσαν στον δάσκαλο.

- «Ευχαριστώ, αλλά ποτέ δεν χρησιμοποιώ όπλα, δεν μου χρειάζεται το μαχαίρι.»

Ο μεθυσμένος πειρατής, ζυγιάζοντας το νέο του θύμα έκανε μία επίθεση έχοντας το μαχαίρι του μπροστά. Ο Σου – Τζέι, αστραπιαία, άλλαξε θέση, και ο πειρατής έσκασε στο τείχο. Χτύπησε το κεφάλι του, κλυδωνίστηκε για λίγο, και στη συνέχεια κατέρρευσε, μέσα στα γέλια της παρέας του.

Ο Σου – Τζέι βρήκε την ευκαιρία και απομακρύνθηκε, σαν σκιά λες, πήρε μαζί του τον Κέι – Γιο: «Κύριε, ας πάμε σε πιο ασφαλές μέρος. Εξάλλου, ο καθένας εδώ μέσα πήρε πια το μάθημα που χρειαζόταν…»                    

(Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου