Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Το μαύρο μαργαριτάρι - 6 -




(συνέχεια από το προηγούμενο)
Ο Κέι – Γιο μέρα με τη μέρα γινόταν διαφορετικός, κάπως σαν απόμακρος μετά το επεισόδιο της ταβέρνας. Αισθανόταν όλο και περισσότερο ότι δεν είναι διαφορετικός από τους υπόλοιπους ανθρώπους, όντας σκλάβος και αυτός, αισθανόταν τύψεις για τη σκληρότητα που είχε επιδείξει στους ανθρώπους. Συνήθως αυτές τις σκέψεις της συνείδησής του, τις απόδιωχνε παλιά, τώρα πια όμως δεν αντιστεκόταν, καταλάβαινε ότι η συνείδησή του είχε δίκιο.

Κλυδωνιζόταν πια η ίδια η αιτία της ύπαρξης του. Γιατί θα έπρεπε να ζει, όντας ένας τέτοιος κακός άνθρωπος; Καταλάβαινε ότι ο σεβασμός που του έδειχναν κάποιοι άνθρωποι, η αναγνώριση και το κύρος που είχε κάποτε, ποτέ δεν ήταν πραγματικά. Για το ότι είχε χρήμα, του φερόντουσαν έτσι οι άνθρωποι. Το χειρότερο, τώρα πια καταλάβαινε ότι η λύσσα με την οποία μάζευε το χρήμα ήταν για να καλύψει το δικό του εσωτερικό κενό. Ήταν ένας τρόπος για να καλύπτει τη δική του ανασφάλεια, και να συνεχίζει την χαζή ιδέα ότι ήταν διαφορετικός, ότι ήταν σπουδαιότερος από τους υπόλοιπους ανθρώπους.

Είχε ριχτεί σε αυτή τη περιπέτεια για να αποκτήσει έναν θησαυρό, το μαύρο μαργαριτάρι, αλλά τώρα πια δεν ήξερε αν θα τον ενδιέφερε να το αποκτήσει. Φαινόταν να είχε χάσει τα πάντα, όλη του τη περιουσία, όλο του το κύρος, και η ίδια η ζωή του κρεμόταν από μία κλωστή πια. Μέσα σε αυτή τη βρωμιά, την ανασφάλεια και την απόγνωση που ζούσε όμως, είχε πια φτάσει στα όρια του. Και όταν κανείς φτάνει στα όρια του, έρχεται ή μια νέα αρχή ή το τέλος…..
  
Τότες, θα ήταν πανσέληνος εκείνο το βράδυ, όταν από το πρωί, μαζέψαν όλους τους σκλάβους και τους αιχμαλώτους του νησιού. Τους κλείσαν σε μία μεγάλη μάντρα και έξω από αυτήν, οι πειρατές, κάτι ετοιμάζανε. Οι παλιοί αιχμάλωτοι είχαν έναν τρόμο ζωγραφισμένο στα μάτια τους, ενώ ο Δάσκαλος Σου – Τζέι, σαν παιδί έδειχνε να χαιρόταν με αυτήν την αλλαγή της καθημερινότητας. Τι γίνεται, τι συμβαίνει, ρώτησαν οι νέοι αιχμάλωτοι τους παλιούς. Ένας γέρος αιχμάλωτος είπε με νόημα: «Απόψε είναι πανσέληνος, θα έχει θυσία.»

«Δηλαδή, τι γίνεται ακριβώς;» - «Κοιτάξτε, οι πειρατές λατρεύουν τη Σελήνη, γιατί τα καλύτερα ρεσάλτα τους τα κάνουν όταν δεν έχει φεγγάρι. Σε κάθε πανσέληνο όμως μαζεύονται όλοι τους και κάνουν μία γιορτή. Δίνουν στη Σελήνη το μερίδιο της από τα λάφυρα, και μόλις η Σελήνη βγει στην Ανατολή, και συνήθως το φεγγάρι είναι κόκκινο σε αυτά τα νερά, σφάζουν τον εκλεκτό αιχμάλωτο της Σελήνης, πάνω από τον ιερό θησαυρό των πειρατών, το μαύρο μαργαριτάρι. Αφού αυτό γίνει κατακόκκινο από το αίμα, αρχίζει μία γιορτή που κρατάει τρεις μέρες…..»

Οι πειρατές με αγριοφωνάρες βάλανε τους αιχμαλώτους σε μία ευθεία γραμμή και βγαίνοντας ένας-ένας από το μαντρί, έπρεπε να διαλέξει ένα κοχύλι. Τα κοχύλια ήταν όσα και οι αιχμάλωτοι. «Σε ένα από αυτά τα κοχύλια, βρίσκεται το μαύρο μαργαριτάρι, όποιος το διαλέξει, θα είναι ο ….. τυχερός» ψιθύρισε ο γέρο-αιχμάλωτος.

Ένα πάγωμα στη ψυχή του ένιωθε ο Κέι – Γιο καθώς περπατούσε στη γραμμή, αισθανόταν κάτι σαν κάλεσμα μέσα του, όχι όμως για καλό… Αντίθετα ο Δάσκαλος ήταν ευδιάθετος και χαρούμενος, «Ε σιγά μην είναι η δική μας σειρά, τόσοι αιχμάλωτοι είναι, αλλά και πάλι… τη ζωή μου εγώ την έζησα πια, αν έρθει ο θάνατος καλοδεχούμενος θα είναι, γιατί όλα στη μοίρα υπάγονται. Επιτέλους θα δω αν θα πάω στο παράδεισο ή στη κόλαση, κάποιοι μου λένε ότι θα είναι ο παράδεισος, εγώ όμως ξέρω ότι μπορεί να είναι και η κόλαση χαχαχαχα.»

Ο Κέι – Γιο ένιωθε κάτι σαν μαγνήτης να τον σπρώχνει να διαλέξει ένα συγκεκριμένο κοχύλι που έβλεπε από πιο πριν, «αυτό είναι το δικό μου κοχύλι» σκέφτηκε. Τρέμοντας το άνοιξε…… και τότε ….. το πολύτιμο μαύρο μαργαριτάρι έπεσε χάμω, ενώ ο Κέι – Γιο έμεινε παγωμένος. Ο Δάσκαλος με μία αστραπιαία κίνηση σήκωσε από χάμω το μαργαριτάρι και το έδωσε στους πειρατές που με βία τραβούσαν τον Κέι – Γιο για τη φυλακή. Η Σελήνη διάλεξε. Οι υπόλοιποι αιχμάλωτοι, ο καθένας από μέσα του, αισθάνθηκαν ανακούφιση που δεν ήρθε η σειρά τους.

Μάταια ο Δάσκαλος Σου – Τζέι φώναζε στους πειρατές: «Εξοχότατοι πειρατές μου, ο αιχμάλωτος που πήρατε έχει μπλε κορδέλα, περιμένετε λύτρα για αυτόν, μη τον πειράζετε…σας παρακαλώ, πάρτε εμένα αντί για το παιδί, αφήστε τον να ζήσει!», μέχρι που του έδωσαν μια κλωτσιά γελώντας αυτοί.

Ο Κέι – Γιο θα έμενε για τις τελευταίες ώρες του σε ένα βρώμικο μπουντρούμι. Ο φρουρός αφού το διπλοκλείδωσε πήγε παραπέρα στο φυλάκιο του. Ο Κέι – Γιο ήταν ήσυχος πια, αποφασισμένος ότι έφτασε στο τέλος του. Μία παράξενη ησυχία υπήρχε πια μέσα του. Συνήθως παλιά υπήρχαν σκέψεις πώς να πολλαπλασιάσει τη περιουσία του, πώς να προσβάλλει τους εργαζόμενους του κάμπτοντας κάθε αξιοπρέπεια και δικαίωμά τους για να τους κάνει ότι θέλει, πώς να βγάζει όσα μπορεί περισσότερο στο εμπόριο. Αλλοίμονο, τώρα έβλεπε πια πόσο μάταια πέρασε όλη η ζωή του. Τι κρίμα! Έχασε ολόκληρη τη ζωή του για να κυνηγάει το χρήμα! Και τώρα που το κατάλαβε, θα την έχανε! Μη μπορώντας να κάνει οτιδήποτε άλλο, ένα βαθύ κλάμα, τον συνεπήρε…    

(Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου