Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

Το μαύρο μαργαριτάρι - 7 -




(συνέχεια από το προηγούμενο)

Μέσα από το κλάμα του ο Κέι – Γιο άκουσε έναν ακαθόριστο, σιγανό ήχο. Ήταν ο Δάσκαλος Σου – Τζέι, που είχε έρθει σιγά – σιγά έξω από τα σίδερα του κελιού.

-«Πως σε άφησαν να έρθεις, Δάσκαλε;»

-«Είμαι ένας άκακος γεράκος, και εσύ ένας μελλοθάνατος…»

-«Είσαι ένας καλός άνθρωπος, και εγώ ήμουν σε όλη μου τη ζωή ένας παλιάνθρωπος, το έκρυβα από όλους, αλλά περισσότερο από όλους το έκρυβα από τον εαυτό μου. Κρίμα, δεν θέλω να πεθάνω, αλλά από την άλλη καταλαβαίνω ότι είναι δίκαιο… Λυπάμαι για αυτή τη ζωή που έχασα, λυπάμαι που δεν εκπλήρωσα τις προσδοκίες του πατέρα μου. Θυμάμαι σαν να ‘ταν χθες το πόσο τον συμπαθούσαν οι άνθρωποι. Αυτόν τον εκτιμούσαν επειδή ήταν καλός, εμένα μου φερόντουσαν με σεβασμό, απλά γιατί ήμουν πλούσιος.

Θα ήθελα και εγώ να είχα ακολουθήσει το δρόμο του πατέρα μου, αλλά… τώρα πια το καταλαβαίνω και εγώ μέσα μου, …. Φοβόμουν, φοβόμουν ότι αν έδινα, θα έμενα μόνος, φτωχός, ασήμαντος.  Μου έδινε ασφάλεια το χρήμα, μου έδινε δύναμη, για αυτό το ζητούσα, για αυτό πάντα ζητούσα περισσότερα από όσα έδινα, …. Έδινα, τι έδινα, τίποτα δεν έδινα, μόνο έπαιρνα, και μάλιστα είχα γίνει πολύ καλός στο να παίρνω, ποτέ δεν έβλεπα τους άλλους ανθρώπους σαν ανθρώπους, τους έβλεπα σαν λεφτά μόνο, σαν ένα τσουβάλι με λεφτά. Κοίταζα το συμφέρον, τι λέξη και αυτή συμφέρον, τη σιχαίνομαι πια, η πραγματική χρησιμότητα της λέξης συμφέρον είναι να κρύβει τη λέξη εκμετάλλευση, ……εκμετάλλευση των άλλων.

Είχα φτάσει στο σημείο να θεωρώ ότι οι άλλοι άνθρωποι μου χρωστάνε, μου χρωστάνε να μου φέρονται καλά, μου χρωστάνε να κάνουν όλες τις υποχρεώσεις, μου χρωστάνε εγώ να τους εκμεταλλεύομαι, μου χρωστάνε να μου αποδίδουν σεβασμό, μου χρωστάνε να είναι κατώτεροι, αναλώσιμοι, ευτελείς, υπάκουοι και ηλίθιοι….. Ένιωθα καλά όσο τους φερόμουν σκληρά και απαίσια, τους έκρινα όλη την ώρα….. ανεπαρκείς, τεμπέληδες, ψεύτες, απατεώνες. Καλά να πάθουν, καλά τους έκανα, τους τιμωρούσα….. ποιος εγώ…… Κάνε μου μια τελευταία χάρη Δάσκαλε, μια και θα πεθάνω εδώ, αν ποτέ ελευθερωθείς, πήγαινε στη πόλη μου και αν έχει μείνει κάτι από τη περιουσία μου, δώστο σε αυτούς που είχα υπαλλήλους, δώστο στους φτωχούς της γειτονιάς μου που σκυλόβριζα, δώστο  στο καθένα άνθρωπο που θα δεις να έχει ανάγκη…. Είναι μεγάλο κρίμα να υπάρχουνε φτωχοί…»

- «Κέι – Γιο, φαντάζομαι ξέρεις πολύ καλά, ότι και εγώ δεν θα ζήσω για πολύ… και είναι δύσκολο να δραπετεύσει κανείς από αυτό το νησί. Πες μου ωστόσο, έχεις μία τελευταία επιθυμία; Μήπως μπορώ να κάνω κάτι για σένα;»

- «Δεν τολμώ ούτε καν να ζητήσω μία δεύτερη ευκαιρία από τον Θεό. Θεωρώ ωστόσο ότι τουλάχιστον θα πεθάνω, μαθαίνοντας ότι το χρήμα δεν αξίζει απολύτως τίποτα. Και πλούσιος να πέθαινα, δεν θα μπορούσα να το πάρω μαζί μου. Αισθάνομαι όμως ότι αυτό που παίρνουμε τελικά μαζί μας είναι αυτό που γεννήσαμε στους άλλους ανθρώπους με τις πράξεις μας. Θυμάμαι στις κηδείες που πήγαινα, τα καλά λόγια που λέγανε για τον μακαρίτη. Θυμάμαι όταν κάποιος μου μιλούσε, χωρίς ακόμα να με έχει γνωρίσει τι απαίσιος άνθρωπος ήμουν, για τον πατέρα μου. Θυμάμαι έναν θαυμασμό, μία θύμηση για μία βοήθεια που του έκανε, για μία καλή πράξη που είχε κάνει. Πόσο υπερήφανος ένιωθα τότε….

Αυτό είναι που μένει ζωντανό από εμάς, αυτό μάλλον ταξιδεύει μετά από τον θάνατο, η μνήμη που αφήνει αυτός που έφυγε. Ίσως όλα αυτά τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων που έκανε να γεννηθούν, με τη ζωή του, να εμπνέουν, να οδηγούν τους υπόλοιπους ανθρώπους, τους ζωντανούς. Και αλλοίμονο, ίσως αυτά που ενέπνευσα εγώ να με συντροφεύουν για πάντα στη κόλαση…. Θα ήθελα να ζητήσω κάτι από σένα, κάτι πολύ σημαντικό για μένα… Θα ήθελα να με συγχωρέσεις, ξέρω ότι σου φέρθηκα απαίσια, θα ήθελα, αν γίνεται να με συγχωρέσεις. Να ξέρω ότι τουλάχιστον σε έναν άνθρωπο δεν φεύγω από αυτή τη ζωή κουβαλώντας ένα αιώνιο χρέος προς αυτόν. Θα με συγχωρέσεις;»

- «Κέι – Γιο, καταλαβαίνω όλα αυτά που λες, αλλά δεν γίνεται να σε συγχωρέσω…. Δεν γίνεται, απλά, ….. γιατί σε εμένα προσωπικά δεν χρωστάς απολύτως τίποτα. Η φιλοσοφία μου είναι να μην με ενδιαφέρει το τι άνθρωπος είναι ο άλλος. Ξέρω ότι ανάλογα με το αν είναι καλός ή κακός θα του έρχονται έτσι ανάλογα τα πράγματα σε αυτή τη ζωή. Ξέρω ότι θα συναντά ανθρώπους ομοίους που πρέπει να συναντήσει. Ξέρω ότι θα ζει καταστάσεις δύσκολες ή εύκολες, απόρροια των δικών του πράξεων. Πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να είναι καλός ή κακός, είναι δική του επιλογή.

Εγώ στη καλύτερη περίπτωση, αν μου το ζητήσει, αν καταλάβω ότι έχει ανοίξει τα αυτιά του, ότι μπορεί να διαβάσει αυτά που γράφω, θα του δώσω τη βοήθεια που χρειάζεται για να ξεπεράσει τη κατάστασή του. Είναι δικό του θέμα όμως να επιλέξει εάν θα καταλάβει. Έχει κάθε δικαίωμα να συνεχίσει να υποφέρει. Έχει κάθε δικαίωμα να συνεχίσει να ζει μία ανούσια ζωή, αδικώντας τους άλλους, και καταλαβαίνοντας ότι αδικεί και τον εαυτό του, ψάχνοντας να βρει μία ενδιαφέρουσα στιγμή στη ζωή του, ψάχνοντας να βρει έναν αληθινό φίλο, κάποιον που θα ανταλλάξει μια πραγματική κουβέντα, ψάχνοντας μια χαρούμενη στιγμή, στην άχαρη ζωή του.

Και εγώ φυσικά έχω κάθε δικαίωμα να ακολουθώ τη δική μου πορεία. Αυτός ας είναι όσο κακός θέλει να είναι, δεν μου χρωστάει τίποτα, με κάθε του κακή πράξη προς εμένα, μόνο τον εαυτό του βλάπτει ο ίδιος, μόνος του. Δεν δέχομαι να μου χρωστάει τίποτα, δεν τον κρίνω, γιατί τότε θα ήμουν εγώ δυστυχής, έτσι δεν με απασχολεί καν το θέμα. Άρα φίλε μου, εφόσον δεν μου χρωστάς τίποτα, δεν μπορώ να σε συγχωρήσω. Ωστόσο κάθε μας πράξη, γεννά μία συνέπεια, και κάθε τι που δίνουμε, στο τέλος φτάνουμε να αποκτάμε….»

Ο Δάσκαλος έμεινε για λίγο σιωπηλός, και με κλειστά μάτια συγκεντρωμένος σε κάτι….             
    
 (Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου