Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Το μαύρο μαργαριτάρι - 8 -




(συνέχεια από το προηγούμενο)

Σε λίγο φάνηκε ένα παράξενο τρίο: Ένας σκύλος, ένας γάτος και ένα ποντίκι, περπατούσανε λες σαν να ήταν μία παρέα και ήρθαν κοντά στον Δάσκαλο Σου – Τζέι. Αυτός, όντας σιωπηλός και ανέκφραστος φαινόταν σε κάτι συγκεντρωμένος, αλλά και τα τρία ζώα, δεν κάνανε τις συνηθισμένες τους κινήσεις, μοιάζαν σαν να άκουγαν κάτι ή μάλλον καλύτερα σαν να λαμβάνανε ένα είδος μηνύματος, γιατί φαινόντουσαν και αυτά συγκεντρωμένα.


Μόλις τελείωσε η …. συνεννόηση, τα τρία ζώα, σαν μία ομάδα πια, κατευθύνθηκαν προς το φυλάκιο. Ο πειρατής, που είχε τσούξει τα ποτηράκια του, ε τι βλάκας ήτανε αυτός να μην πίνει, στην αποψινή γιορτή, καθόταν νωχελικός στη καρέκλα. Το ποντίκι, σκαρφάλωσε στο κεφάλι του σκύλου, και ο σκύλος ήρθε κοντά στο σκοινί όπου κρεμόταν το κλειδί. Το σκοινί ήταν δεμένο στη ζώνη του πειρατή, και το κλειδί ακουμπούσε στη καρέκλα. Τότε το ποντίκι, άρχισε να ροκανίζει σιγανά το σκοινί, σε δύο λεπτά το είχε κόψει, ο γάτος παρέλαβε το κλειδί και με μαεστρία περισσή έπεσε μαζί του στο πάτωμα, χωρίς να ακουστεί απολύτως τίποτα, το έδωσε στο σκύλο, ο σκύλος το έβαλε στο στόμα του και τα τρία ζώα το φέρανε στον Δάσκαλο.

Ο Κέι – Γιο παρακολουθούσε το θέαμα τρίβοντας τα μάτια και αναρωτιότανε αν είναι ξύπνιος ή βλέπει όνειρο. Ο Δάσκαλος με επιδεξιότητα άνοιξε τη πόρτα, ίσα για να μπορεί να βγει έξω ο μελλοθάνατος. «Άντε Κέι – Γιο, τι περιμένεις, πάμε να φύγουμε!!!» Στις μύτες τους πατώντας προχώρησαν προς την έξοδο, εκεί ήταν ένας άλλος σκοπός, έπρεπε να αντιδράσουν αστραπιαία, το ποντίκι πέρασε κάτω από τα πόδια του, την ώρα που έσκυβε αυτός το κεφάλι για να το δει, ο γάτος πήδηξε πάνω στα μαλλιά του και άρχισε να τον ….. χτενίζει με τα νύχια του, τσαφίζοντας τον, πανικόβλητος αυτός άρχισε να προσπαθεί να διώξει το γάτο από πάνω του φωνάζοντας, ήταν τότε η σειρά του σκύλου να τον σπρώξει, ήταν εύκολο μια και ο πειρατής ήταν εκτός ισορροπίας.

Οι αιχμάλωτοι φύγαν τρέχοντας, ενώ από τη φυλακή βγαίναν οι πειρατές βρίζοντας και κραδαίνοντας τα όπλα τους «Εεεεε, γυρίστε πίσω!!» φώναξε ένας. – «Γιατί για να μας σφάξετε;», απάντησε ο πάντα ετοιμόλογος Δάσκαλος.

- «Μα που θα πάμε, πως θα τους ξεφύγουμε από το νησί;»

- «Ακολούθησέ με, προς τη θάλασσα!»

Σε λίγο φτάσαν στη παραλία, «Εμπρός, μπες μέσα, γρήγορα» φώναξε ο Δάσκαλος,

-«Μα….»

-«Δεν έχει μα, κολύμπα, φτάσε στα βαθιά…..»

-«Μα, θα πνιγούμε….»

- «Μη φοβάσαι, φτάσε στα άπατα και προχώρα»

Όταν οι πρώτες σφαίρες άρχισαν να σφυρίζουν πάνω τους, ο Κέι Γιο αισθάνθηκε μία παρουσία ανάμεσα στα πόδια του, μετά ένα τράνταγμα και αμέσως με μία μεγάλη ταχύτητα, άρχισαν να απομακρύνονται από τη στεριά, καβάλα ο καθένας τους σε ένα δελφίνι. Σε ένα λεπτό είχαν ξεφύγει πια από τον κίνδυνο και ταξίδευαν στην ανοιχτή θάλασσα.

Ο Κέι – Γιο δεν μπορούσε να πιστέψει στην αναπάντεχη σωτηρία. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του, ενώ τα παιχνιδιάρικα δελφίνια βγάζαν τους ήχους τους, και ο Δάσκαλος ολοφάνερα πια όντας σιωπηλός, μιλούσε μαζί τους. Ο Κέι – Γιο αισθανόταν και αυτός τα κύματα αυτής της συνομιλίας, όχι με τα φυσικά του αυτιά, αλλά με την έξαψη της καρδιάς του.

«Τι θα κάνουμε, που θα πάμε;» είπε ο Κέι – Γιο.

-«Είμαστε ελεύθεροι να πάμε οπουδήποτε, αλλά καλύτερα όχι στη πόλη από όπου ήρθαμε, δεν είσαι και τόσο δημοφιλής εκεί. Ας κάνουμε μία νέα αρχή, ας μας οδηγήσουν τα δελφίνια σε ένα μέρος όπου οι άνθρωποι είναι ευγενικοί…»

- «Ναι, ας πάμε, θα δουλέψω, θα κάνω οτιδήποτε για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε…»

- «Μα για ποιο λόγο να δουλέψουμε, ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να δουλεύει.»

- «Μα πως θα ζήσουμε;»

- «Έχω αυτό για τα πρώτα μας έξοδα….» είπε ο Δάσκαλος, βγάζοντας από τη τσέπη του, το μαύρο μαργαριτάρι.

- «Μα πως τα κατάφερες; Έχουμε το μαύρο μαργαριτάρι;»

-«Φυσικά, θυμάσαι την ώρα που το διάλεξες και το μάζεψα από κάτω; Τότε το αντικατέστησα με ένα ψεύτικο, που μου έφερε ο γάτος. Δεν είναι ανάγκη πια να ξαναδουλέψουμε, ωστόσο, θα ήθελα να σου πω, ότι ο πατέρας σου, όταν μου είπε να σε βοηθήσω να βρεις το θησαυρό δεν εννοούσε αυτό το μαύρο μαργαριτάρι των πειρατών. Το μαύρο μαργαριτάρι ήσουν εσύ. Ήσουν εγκλωβισμένος στο φόβο, σε μία απαίσια συμπεριφορά προς τους ανθρώπους και λάτρευες το χρήμα, τώρα πια, μέσα από τη περιπέτειά μας, έφυγε σαν μαύρο σύννεφο αυτό, και είσαι ξανά αυτό που γεννήθηκες και πάντα ήσουν μέσα σου, ένας αντάξιος γιος του πατέρα σου, ένας άνθρωπος ευγενικός, συμπονετικός και καλόκαρδος. Δεν το κατάλαβες ακόμα ότι η μεγαλύτερη πηγή της μοναξιάς και της δυστυχίας σου ήταν ότι δεν το είχες εξωτερικεύσει μέχρι τώρα;»

Ο Κέι – Γιο δεν απάντησε, είχε κλείσει η φωνή του, είχε κλείσει τα μάτια του, και απολάμβανε πια το ταξίδι με την ολάνοιχτη, χαρούμενη καρδιά του…    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου