Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Μια μέρα φτάνει…




(Συνέχεια από το προηγούμενο)

Στη πρώτη στάση του πήγε στο Γηροκομείο. Εκεί σε ένα κρεβατάκι, σε έναν θάλαμο με δύο γριές, ήταν αυτή που ήταν η πρώτη του αγάπη, να την αγαπούσε άραγε ακόμα; Πάντα η θύμησή της του έφερνε μία τρυφερότητα στο μυαλό του, αλλά ήταν υποχρεωμένος να την απαρνηθεί. Βλέπεις, ήταν φτωχιά, άρα ακατάλληλη για αυτόν.

Τώρα ήταν ξεχασμένη από όλους και όλα, σκεπασμένη με μία κουβερτούλα, ενώ ένιωθες το κρύο, αδυνατισμένη, ίσως να πονούσε, αλλά δεν εξέφρασε κανένα παράπονο. Όλα ήταν καλά για αυτήν. Τον γνώρισε, της ζήτησε μία συγνώμη καθυστερημένη κατά σαράντα χρόνια τώρα, που την άφησε, που δεν την ξαναείδε. «Μα γιατί μου τα λες αυτά; Εσύ έκανες ότι έκρινες καλύτερο να κάνεις. Ποτέ μου δεν θα σε ήθελα να έρθεις μαζί μου εάν δεν το ήθελες ολοκληρωτικά» ήταν η απάντησή της. Τη ρώτησε εάν είχε επισκέψεις, εάν ήθελε κάτι για αυτήν. Του είπε με γλυκό τρόπο ότι ήταν μια χαρά, και ας ήξερε ο κύριος που ρώτησε τις νοσηλεύτριες, ότι τα παιδιά της την είχαν ξεχάσει.

Πόσο μεγαλόψυχη ήταν, πραγματικά στεναχωρέθηκε που δεν ήταν αυτή η σύντροφος του στη ζωή. «Η καρδιά δεν λαθεύει ποτέ», άκουσε μία γνώριμη πια φωνή, μέσα του. Την αναγνώρισε, ήταν αυτή του Αγγέλου του. Τι κρίμα, που δεν άκουγε αυτή τη φωνή για τόσα χρόνια, την είχε απαρνηθεί αυτή τη φωνή, ήταν ενοχλητική ώρες – ώρες, βλέπεις ήταν ξεκάθαρο το ποιος δρόμος οδηγούσε στο συμφέρον του. Τώρα πια όμως ήθελε να την ακούει, αυτή τη μέρα… Την αποχαιρέτησε, φιλικά, και ένιωσε τη ψυχή του ελαφρότερη, καθώς έφευγε από το θάλαμο.

Η δεύτερη στάση του ήταν στο Συμβολαιογράφο του. «Βεβαίως κύριε, τα έχω σχεδόν έτοιμα αυτά που μου είπατε: Πράξη αποκλήρωσης για τη κόρη σας που κλέφτηκε, εξώδικο, αγωγές….»

-«Ξέρετε κύριε Ματθαίο, το μετάνιωσα. Σκίστε αυτές τις αηδίες που σας έβαλα να κάνετε και γράψτε σας παρακαλώ τη Διαθήκη μου, Εγώ ο ….. έχων σώας τας φρένας…… Αφήνω αυτά στη γυναίκα μου, αυτά στα παιδιά μου, ειδικά στη κόρη μου που τη στεναχώρησα τόσο με τον εγωισμό μου παρακαλώ να με συγχωρέσει, της δίνω την πατρική μου ευχή και ευλογία για το γάμο της μαζί με το μερίδιο της στη περιουσία μου και παρακαλώ τα παιδιά όπως τελέσουν τους γάμους τους λίαν συντόμως και ανεξαρτήτως από το εάν εγώ βρίσκομαι ή όχι εν ζωή…..»

- «Μα κύριε, δεν γράφονται τέτοια πράγματα στις διαθήκες, εμείς οι άνθρωποι δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς θα συμβεί το μοιραίον…»

- «Στη περίπτωσή μου το γνωρίζουμε κύριε Ματθαίο, το γνωρίζουμε…. Έτσι θέλω να γράφει, ναι αυτό ακριβώς. Τώρα θέλω να τελειώσω με αυτά, που υπογράφω; Τελειώσαμε έτσι, δεν υπάρχει άλλη εκκρεμότης;»

Σαν πουλί, ο κύριος έφτασε πια στο κατάστημα του. Εκεί, έκαναν μία μεγάλη ουρά οι εργαζόμενοι του. Μα είχε τόσους εργαζόμενους, τους οποίους δεν γνώριζε; Κάθησε στο γραφείο του, και εκεί ένας - ένας έρχονταν μέσα. Ο κύριος είχε μία μικρή κουβεντούλα με τον καθένα τους: Τον ρωτούσε που δούλευε, πως πάνε τα πράγματα, τι οικογένεια έχει, πράγματα τυπικά δηλαδή, που αλλοίμονο σε όλη του τη ζωή δεν είχε κάνει ποτέ, γιατί πάντα τους εργαζομένους του, τους έβλεπε ως μία εκμετάλλευση και όχι ως ανθρώπους. Όλοι τους ήταν μαζεμένοι, λιγομίλητοι. Φαντάστηκαν ότι θα τους απέλυε, βλέπεις πάντα ο νους του ανθρώπου πάντα στο κακό.

Η απόλυτη έκπληξη ερχόταν στον καθένα τους, όταν ο κύριος τους ζητούσε συγνώμη για ότι τους είχε κάνει τόσα χρόνια, που τους έβγαζε το λάδι, και μετά….. στο τέλος τους έδινε το σακουλάκι με τις 100 λίρες που αντιπροσώπευαν την αμοιβή 10 ετών, μία μικρή περιουσία για τον καθέναν από αυτούς. Οι εργαζόμενοι φεύγαν με χαρούμενα πρόσωπα, δίνοντας το χαρούμενο μήνυμα πια σε όλους τους υπόλοιπους. Ήταν απογευματάκι πια, όταν μπήκαν οι δύο τελευταίοι εργαζόμενοι του. Ήταν ο τσοπάνος που φύλαγε το κοπάδι με τα γίδια του στο βουνό, με το γιο του, που βοηθούσε και αυτός στο κοπάδι.

Ο κύριος, βλέποντας τα ξυπόλητα πόδια του παιδιού, ένιωσε σαν να τον χτύπησε κεραυνός, γιατί έβλεπε στα πόδια εκείνου του φτωχού παιδιού, τον εαυτό του, πριν τόσα χρόνια. «Το παιδί σου…. Πάει στο Γυμνάσιο;»

- «Που βολή, για Γυμνάσιο κύριε, στα χάλια μας; Δεν μπορούμε…..»

Ο κύριος του έδωσε δύο σακουλάκια λίρες.

- «Να το στείλεις στο Γυμνάσιο, και να του πάρεις παπούτσια, να γίνει άνθρωπος, τώρα πια μπορείς. Πρώτα να του πάρεις παπούτσια όμως, και μετά να το στείλεις στο σχολείο…»

Ο κύριος, πήγε στο σπίτι, αποχαιρέτησε όλους τους ανθρώπους και έκανε ένα μπάνιο. Έφαγε ένα λιτό βραδινό και πήγε για ύπνο νωρίς.
…..
Την επόμενη μέρα το πρωί, σε μία στιγμή ανάπαυλας, από τις ξαφνικές ετοιμασίες και τους καφέδες, είπε η μαγείρισσα:

«Σε όλη του τη ζωή ήταν κάθαρμα ο κύριος, ναι ήταν, αλλά μία μέρα έφτασε χθες, για να μας δείξει ότι ήταν καλός τελικά…… και, τι ωραίο θάνατο είχε! Να πεθάνει στον ύπνο του χαμογελαστός, λες και συνάντησε έναν φίλο του για να τον πάει στην άλλη όχθη…»  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου