Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Το αποκούταβο





Ξαφνικά πριν λίγους μήνες ήρθε μία σκυλίτσα στην άκρη της πόλης. Ήταν ένα όμορφο, πανέξυπνο, καφέ τσοπανόσκυλο, με κομμένη ουρά που στην αρχή μας γάβγιζε επιφυλακτικά όταν μας άκουγε, σιγά-σιγά κατάλαβε ότι δεν είχε φόβο από μας και μας πλησίασε. Δεν μπορούσαμε να την αφήσουμε να πεθάνει στη πόρτα μας, τη βλέπαμε που γύριζε διακονιάρα στη πόλη, αλλά πάλι εδώ ξαναρχόταν, και έτσι της δώσαμε φαγητό.

Λίγο μετά, απέκτησε ακολουθία. Από πέντε μέχρι δέκα αρσενικοί, την συνόδευαν διακριτικά όπου πήγαινε. Οι αρσενικοί ήταν από σκυλάκια μέχρι σκύλαροι, άλλοι ντροπαλοί, άλλοι θαρραλέοι, και τη δεδομένη στιγμή του ζευγαρώματος, σαν από επιταγή της φύσης, ο δυνατότερος επικράτησε αφού με δαγκωνιές μέχρι θανάτου εκτόπισε τους άλλους δυνατούς υποψηφίους. Οι ασθενέστεροι υποψήφιοι μείναν ματάκηδες, να παρακολουθούν το ζευγάρωμα από μακριά.


Η σκυλίτσα λιμασμένη έτρωγε τα λίγα που της ρίχναμε και η κοιλιά της μεγάλωνε, μέχρι που έγινε σαν μαούνα. Απορούσαμε πόσα κουτάβια άραγε να κάνει, μέχρι που μία μέρα την είδαμε πάλι ξαλαφρωμένη. Είχε γεννήσει στα κέδρα 9 κουτάβια, μικροσκοπικά τυφλά, που όταν σηκωνότανε η σκυλίτσα ακούγονταν τα κουτάβια που κλαίγανε παραπονεμένα.


Ο Δήμος γνωρίζουμε ότι δεν έχει χώρο για αυτά. Και τι μέλλον θα μπορούσαν να έχουν; Μία φυλακή για την υπόλοιπη ζωή τους; Ρωτήσαμε ένα φίλο να μας πει τι ήταν το σωστό να γίνει.

- «Πρέπει να αφήσεις μόνο δύο. Και γιατί θα ξεζουμίσουν τη μάνα αλλά και μετά για να μπορέσουν να βρουν σπίτι. Όλα αυτά τα σκυλιά είναι ένα πρόβλημα για τη πόλη, καταλαβαίνεις τι μέλλον θα έχουν…..»

- «Και πως πρέπει να γίνει η……. μείωση τους;»

- «Είναι άσχημο να τα πας στο δάσος να τα φάνε οι αλεπούδες. Αυτά θα υποφέρουν ένα δυο μερόνυχτα. Ο καλύτερος τρόπος είναι να τα πνίξεις…….. στο νερό….»

….

Η λογική δεν θα μπορούσε καμιά φορά να επικρατήσει απέναντι στη καρδιά. Και δεν είχε καθόλου καρδιά να πάμε να σκοτώσουμε τα ανυπεράσπιστα τυφλά κουταβάκια. «Αυτό δεν γίνεται, δεν μπορώ να το κάνω».


Τα κουταβάκια τα μετακόμισε η μάνα τους, αισθανόμενη ότι εκεί κινδύνευαν από τη βροχή. Τα έπιανε ένα – ένα με το στόμα της, με αγάπη περισσή από το σβέρκο και τα πήγαινε κλεφτά στο νέο τους σπίτι. Αυτά σε λίγες μέρες ανοίξανε τα ματάκια τους, και εξερευνούσανε το νέο μεγάλο κόσμο που άνοιξε μπροστά τους.


Η μάνα τους δεν καθότανε συνεχώς κοντά τους, γύριζε να διακονεύει, να ψάχνει κοντά στα σκουπίδια, να γυρίζει έξω από τα σπίτια που θυμόταν ότι κάποτε…. κάτι….. της έδωσαν. Ήταν φανερό ότι την ξεζουμίζανε τα μικρά. Αλλά και αυτά κάθε φορά που τη καταλαβαίνανε  κοντά τους, κάνανε αγώνα δρόμου ποιο θα βρει μία θηλή της για να ρουφήξουν λαίμαργα το γάλα της.


Μια μέρα, ένα κουταβάκι βγαίνοντας από τη φωλιά αποφάσισε να εξερευνήσει τον κόσμο, τράβηξε έτσι κάποια μέτρα παραπέρα, αποπροσανατολίστηκε και βρέθηκε μοναχό του. Κάθε φορά που άκουγε έναν ήχο, οποιονδήποτε ήχο, έκλαιγε. Ήταν η τελευταία του ελπίδα για ζωή. Η μάνα του ξεζουμισμένη, έκανε ότι δεν το άκουγε. Ένα στόμα λιγότερο για αυτήν.


Το ακούγαμε και εμείς το αποκούταβο. Είχε μία παράξενη αξιοπρέπεια το κλάμα του όμως. Δεν ήταν σπαρακτικό, έλεγε με τον τρόπο του ότι κοιτάξτε, εδώ είμαι και εγώ, ίσως και εγώ έχω δικαίωμα στη ζωή, και ας είμαι ένα αποκούταβο. Έμεινε έτσι μία, δύο νύχτες.


Είμασταν πεπεισμένοι ότι ήταν επιταγή της φύσης αυτό να πεθάνει και τα αδερφάκια του να ζήσουν, άραγε και αυτά για πόσο; Τι να κάνουμε, κάποιοι πρέπει να ζήσουν κάποιοι να πεθάνουν. Θα έπρεπε να το σεβαστούμε αυτό.


Την επόμενη φορά που περάσαμε από δίπλα, πάλι ο σύντομος ήχος κλάματος από το αποκούταβο. Μας έλεγε ότι δεν με θέλετε εμένα στη ζωή, πολύ καλά θα πεθάνω, αλλά με αξιοπρέπεια. Το είδαμε ήταν λυπημένο, και τόσο μα τόσο μοναχικό αυτό το πλασματάκι. Μας κοίταζε θαρραλέα το μελλοθάνατο πλασματάκι και μέσα μας ντραπήκαμε που είμασταν άνθρωποι και τα είχαμε όλα. Ντραπήκαμε που φερόμαστε σε όλα τα πλάσματα της Φύσης σαν να είναι παρίες, και εμείς αφέντες και κυρίαρχοι, που τα σφάζουμε και είναι για εμάς αριθμοί, κιλά, και εκμετάλλευση.


Το σηκώσαμε στα χέρια μας, μία χνουδωτή μπαλίτσα αυτό. Το μεταφέραμε στη φωλιά μαζί με τα υπόλοιπα, άραγε ποια θα ναι η μοίρα του;          

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου