Κυριακή 10 Μαΐου 2020

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ


Ο Ταμαμούα, ένα φτωχό αγόρι του θαλασσινού χωριού της Πολυνησίας, ήταν ήδη ένας έμπειρος ψαράς και βουτηχτής. Μπορούσε να κρατάει την αναπνοή του και να κάνει βαθιές καταδύσεις. Ήξερε σαν τη τσέπη του το βυθό του νησιού του, αλλά κάτι σαν μαγνήτης τον προκαλούσε να εξερευνήσει την ατόλη Τανίβα. Σε όλες τις ιστορίες που άκουγε από παιδί, ήταν το απόλυτο απαγορευμένο και καταραμένο μέρος. Εκεί ζούσε ένα θαλασσινό τέρας που καταβρόχθιζε τους βουτηχτές που αψηφούσαν τη θανατερή του φήμη, και δεν έμενε ίχνος από αυτούς τους χαμένους.

 

Ο Ταμαμούα είχε μεγαλώσει όμως, δεν ήταν πια παιδάκι και ποτέ στις καταδύσεις του δεν είχε δει ένα τέρας. Είχε δει καρχαρίες, δελφίνια, χελώνες, σαλάχια, μέχρι και φάλαινες, αλλά κανένα από τα ψάρια και τα κήτη δεν ήταν τέρας. Ήταν όντα της θάλασσας, με τη βιολογία τους, τις συνήθειές τους και αν τα ήξερες αυτά, τότε είχες τη γνώση να προφυλαχτείς.

 

Ζούσε με τον τυφλό παππού του, μία ήρεμη και φτωχική ζωή. Άλλοτε η Φύση έφερνε καλούς καιρούς και μεγάλες ψαριές, άλλοτε όμως όχι. Τότε ο εγγονός με τον παππού μαζεμένοι στο καλυβάκι τους περίμεναν να περάσει η θύελλα που σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά της. Το καλυβάκι μικρό για να τους κρατήσει στεγνούς, έτριζε από τον αέρα.

 

- Πες μου για την Τανίβα παππού, πήγες ποτέ;

- Μια φορά, κυνηγώντας μια καλή ψαριά, έτυχε και φτάσαμε στην ατόλη. Βράχια ολόγυρα που απειλούν να σε κάνουν κομμάτια όταν έχει κύματα. Μέσα ένα υπέροχο και ήσυχο μέρος. Μια κυκλική λεκάνη από άμμο. Κατασκηνώσαμε εκεί. Κοιτούσα το κέντρο της ατόλης, ένα βαθύ γαλάζιο χρώμα που είχε, σε αντίθεση με τα γαλαζοπράσινα νερά της περιφέρειας.  Τα νερά όμως εκεί δεν ήταν στάσιμα, ήταν λες και ήταν ζωντανά.

 

- Είναι το θαλάσσιο τέρας που κοιμάται στο βάθος, μας είπε ο μεγαλύτερος της παρέας.   

 

- Βλακείες λες, δεν υπάρχουν τέρατα, είπε ο Κόμα, ένας φίλος μου.

-Υπάρχουν!

-Δεν υπάρχουν και θα σας το αποδείξω. Τι άντρες είσαστε εσείς;

Ο Κόμα με αποφασιστικότητα ξεκίνησε να πηγαίνει προς το κέντρο. «Θα έρθεις;», με ρώτησε. Από τη μία ήθελα να δείξω και εγώ ότι δεν φοβάμαι τα τέρατα, από την άλλη όμως είχαν κοκαλώσει τα πόδια μου. Έσκυψα το κεφάλι. Ο Κόμα με γρήγορες απλωτές έφτασε στο κέντρο της Τανίβα. Τον είδα να μένει για λίγο, ήξερα ότι παίρνει γρήγορες ανάσες για να κάνει βουτιά. Τον είδα να βουτάει….. και…. δεν τον ξαναείδαμε ποτέ…

- Ξαναπήγες ποτέ παππού;

- Όχι παιδί μου. Ποτέ δεν ήθελα να ξαναπάω. Εξακολουθώ στα όνειρά μου να βλέπω τη τελευταία βουτιά του Κόμα, τη βουτιά του στο θάνατο. Και εσύ μην πας ποτέ σου, εκεί κατοικεί ο θάνατος…

 

 

- Θα λείψω κάποιες μέρες για ψάρεμα παππού…    

Ο Ταμαμούα μόνο στον φίλο του είπε το σκοπό του: Θα πήγαινε στην Τανίβα. Αυτός να προσπαθεί να του αλλάξει γνώμη, αλλά μάταια.

- Θα έρθω μαζί σου!

-Όχι, θα μείνεις να προσέχεις το παππού μου, εάν δεν επιστρέψω….

 

 

Με το μονόξυλό του έκανε γρήγορα το ταξίδι και σε δυο μέρες έφτασε στον προορισμό του. Ένας μαύρος βράχος στη μέση του πουθενά. Έκανε γύρους για να βρει ένα καλό σημείο να αράξει. Μετά σκαρφάλωμα στα βράχια που του ματώνανε τα πόδια από την αγριάδα τους. Στο κέντρο βρήκε την κυκλική λιμνοθάλασσα.  Άμμος, ησυχία, πράσινα νερά. Με γρήγορες απλωτές κολύμπησε προς το κέντρο. Πήρε γρήγορες ανάσες και έκανε βουτιά. Δεν ήθελε όμως να πάει βαθιά, ήθελε απλά να εξερευνήσει σιγά σιγά και με προσοχή….

 

Μέσα ο βυθός ήταν σαν ένα μεγάλο χωνί, και στο κέντρο μία τρύπα από βράχια που λες και πήγαινε στην άβυσσο…. Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο πράγμα, το φοβόταν, το σέβονταν, αλλά ήθελε και να το γνωρίσει από απόσταση. Έκανε ξανά βουτιά κάνοντας κύκλο και εκεί …

… νερό με τρομερή μανία βγήκε ξαφνικά από το κέντρο στροβιλίζοντας …

ο Ταμαμούα παρασύρθηκε σαν καρυδότσουφλο….

 

Με κόπο ξαναβγήκε στην επιφάνεια.. .

 

με τρόμο και πανικό κολύμπησε στην όχθη…

 

Μόλις είχε γνωρίσει το τέρας… και εάν τυχόν βρισκόταν πιο βαθιά, στο κέντρο του χωνιού, το νερό θα τον είχε κάνει σίγουρα κομμάτια….

 

 

- «Πως πήγε η ψαριά Ταμαμούα;» τον ρώτησε ο παππούς του.

 

- Δυστυχώς, όχι καλά παππού, δεν φέραμε σχεδόν τίποτα…

 

- Μην στεναχωριέσαι παιδί μου, έτσι είναι οι ψαριές, «θα αλλάξει το φεγγάρι και θα φέρει ψάρι» λέγαν οι παλιοί….

 

Για το αγόρι ξεκίνησε μία περίοδος ανησυχίας, ήθελε να λύσει αυτόν τον γρίφο. Το σκεφτόταν από εδώ και από κει, έβαζε όλη τη λογική του μέσα, αλλά το πρόβλημα παρέμενε άλυτο. Πέρασαν μήνες με αυτό να του τρυπάει το νου. Κάποια στιγμή έφτασε στο σημείο να συλλογιέται μόνο αυτό και με παράξενο τρόπο είδε ότι οι σκέψεις σε ένα σημείο σταματούσαν και αυτός, σαν ένα κομμάτι προσοχή ήταν σαν να έβλεπε και να παρατηρούσε και να ένιωθε το τέρας της Τανίβα, πως στέκεται ακίνητο και πως ξαφνικά βρυχάται και στροβιλίζει το νερό σπέρνοντας το θάνατο.

 

Στον ύπνο του έβλεπε ότι ξαναπήγε εκεί, έκανε βουτιά και πήγαινε να μπει μέσα στο στόμιο, όλα ήταν ήσυχα αλλά ξαφνικά το τέρας άρχισε να βρυχάται! Με τρόμο ξύπνησε, αλλά…. Εξακολουθούσε να ακούει το τέρας να βρυχάται… μα πως… πήρε μια δυο ανάσες να χαλαρώσει και εκεί ξανάκουσε το τέρας…. Μόνο που το τέρας ήταν ένα αθώο τέρας: Το ροχαλητό του παππού του…. Που μηχανικά επαναλαμβανότανε ο βρυχηθμός…  

 

Σαν μία αστραπή ήρθε η έμπνευση τόσο ξαφνικά που δεν κατάλαβε το αγόρι αν μπήκε από τη καρδιά του ή το μυαλό του… Βγήκε έξω συνεπαρμένος στο φως του φεγγαριού.

 

Είχε μόλις βρει τη λύση του αινίγματος της θάλασσας! Το ήξερε μέσα στη καρδιά του, ήταν δική του, μονάκριβη και απλή η λύση, είχε πέσει το πέπλο και μόλις είχε καταλάβει τον τρόπο  λειτουργίας του τέρατος. Το τέρας ήταν ένα φυσικό φαινόμενο!

 

-Θα πάω για ψαριά παππού, σε πιο μακρινά νερά. Θα κάνω μέρες, αλλά μην ανησυχείς θα σε προσέχει ο φίλος μου…

 - Καλή επιτυχία παιδί μου!

     

 

Ο Ταμαμούα έφτασε στη Τανίβα και έμεινε εκεί, κάθε μέρα, κάθε βράδυ ήταν τις περισσότερες ώρες στο νερό, στην επιφάνεια της λιμνοθάλασσας. Και εκεί περίμενε… Επαλήθευσε ότι οι βρυχηθμοί του τέρατος ήταν επαναλαμβανόμενοι, μία εισπνοή, μία εκπνοή. Μετρούσε ένα, δύο, τρία, τέσσερα και σημείωνε πότε θα γίνει ανατάραξη. Πήγαινε και σε ένα ξύλο κατέγραφε τις παρατηρήσεις του: Τη φάση της Σελήνης, τη μέρα ή τη νύχτα και τη περίοδο, το χρόνο που μεσολαβούσε.

 

Δεν έπρεπε να βουτήξει Πανσέληνο ή νέα Σελήνη. Δεν έπρεπε να βουτήξει Ανατολή ή Δύση. Πήρε βαθιές ανάσες και έκανε τη μεγάλη βουτιά ίσα προς το κέντρο της τρύπας. Ήξερε το χρόνο που είχε. Αν καθυστερούσε, το τέρας θα τον έκανε κομμάτια…

 

Με το μαχαιράκι του εξερεύνησε το παρθένο μέρος. Εδώ ποτέ δεν είχε έρθει βουτηχτής για μαργαριτάρια… Άνοιξε ένα, δύο , τρία… δεν προλάβαινε άλλο έπρεπε να φύγει… λίγο πριν βγει στην επιφάνεια, το τέρας, ακριβές σαν φυσικό ρολόι έκανε τη βίαιη αναπνοή του. Το παιδί περίμενε μία αναπνοή του τέρατος και αμέσως μετά ξαναέκανε βουτιά…. Μετρούσε μέσα του για να μην ξεχαστεί… ένα, δύο, το τρίτο στρείδι είχε ένα πολύτιμο μαργαριτάρι….

 

….

 

Ήξερε ότι έπρεπε να κρατήσει το μυστικό του, εάν το φανέρωνε στο χωριό, θα ήταν αιτία κάποιοι λίγοι να πάρουν πολλά, οι πολλοί να μην πάρουν τίποτα και αντίθετα να χάσουν τη ζωή τους. Η ανθρώπινη απληστία είναι που οδηγεί τους πολλούς στη φτώχεια, τη μιζέρια και την ανέχεια και τους λίγους πλούσιους να πιστεύουν ότι εάν τους χρωστάνε, εάν τους σέβονται και τους υπηρετούν, εάν τους χρειάζονται, έχουν τη ψευδαίσθηση ότι τα κατάφεραν στη ζωή, και βρήκαν την ευτυχία στην αναγνώριση των άλλων, ενώ το μόνο που κατάφεραν είναι να ξεκινήσει ένας μακρύς κύκλος δυστυχίας για αυτούς.

 

 Είχαν να λένε τα επόμενα χρόνια για την τύχη του Ταμαμούα. Που και που έβρισκε ένα μεγάλο μαργαριτάρι, βοηθούσε τους ανθρώπους στο χωριό, αλλά το βασικότερο που είχε να κάνει ήταν να μοιράζεται τον τρόπο ώστε ο καθένας να μπορεί να λύνει μόνος του τα αινίγματα της ζωής του.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου